Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Σκοτώνουν τα παιδιά πριν μεγαλώσουν


Παιδική κακοποίηση. Human trafficking. Εμπόριο οργάνων. Σεξουαλικά σκλαβοπάζαρα. Παιδιά εργάτες. Τα παιδιά του Πρώτου Κόσμου ευημερούν και πίσω από τις κουρτίνες βιάζονται σωματικά και ψυχικά. Εκείνα του Τρίτου Κόσμου λιώνουν τα κόκαλά τους στα λαγούμια της αδιαφορίας, της υπερεκμετάλλευσης των φυσικών πηγών των κρατών τους από τους ελεήμονες ηγέτες των ισχυρών ηπείρων, των εμφυλίων πολέμων που δεν γνωρίζουν από συμπόνια παρά μόνο από τη μέθη της εξουσίας. Κανένα παιδί δεν επιλέγει τη γέννησή του. Κάποιος άλλος παίρνει μια απόφαση που στα χρόνια τα δύσκολα που ζούμε είναι από τις πιο θεμελιακές. Κανένα παιδί δεν επιθυμεί τον καθημερινό του θάνατο στα χέρια ανελέητων γονιών. Πολλές φορές φοβόμαστε να καταγγείλουμε το γείτονα, το συγγενή κι ας είναι εμφανή τα σημάδια της κακοποίησης. Θυμάμαι το καλοκαίρι, με ανοιχτές τις πόρτες, μια καθόλα μοντέρνα και μορφωμένη γυναίκα στη σικ περιοχή μου, πώς φώναζε –διόρθωση: ούρλιαζε- το μεγάλο της γιο κι ύστερα έκλεινε πόρτες και παράθυρα για να μην ακούγονται οι φωνές του παιδιού όταν θα το χτυπούσε, επιλέγοντας μια πανάρχαια παιδαγωγική μέθοδο που φτιάχνει με τη σειρά της τους μελλοντικούς βασανιστές. Ίσως οι υπόλοιποι στη γειτονιά να το θεωρούσαν φυσικό, αλλά εγώ ήθελα να αντιδράσω με κάποιο τρόπο. Τελικά δεν το έκανα. Ίσως και να με θεωρούσαν όλοι υπερβολική έως εχθρική, κακό γείτονα. Αλλά πού σταματάει η νουθέτηση με το ξύλο και πού αρχίζει η κακοποίηση; Έχει να κάνει μόνο με τη συχνότητα; Με τα σπασμένα πλευρά; Με τα άψυχα κορμάκια που διακομίζονται κομμάτια στα νοσοκομεία το τελευταίο διάστημα, ολοένα και πιο τακτικά;
Ζούμε σε χρόνια παράλογα. Από τη μια το παιδί θεοποιείται, δυναστεύει τα οικονομικά της οικογένειας για να έχει τα καλύτερα ρούχα, τα ακριβότερα παιχνίδια, το ιδιωτικό του σχολείο, γίνεται ο μικρός πρίγκιπας και η χαριτόβρυτη βασίλισσα μέσα σε ροζ πλαστικά σύννεφα. Κι από την άλλη, παιδιά βιάζονται από τους γονιούς τους –τους όχι πάντοτε λειτουργικά αναλφάβητους ή κοινωνικά παρίες-, άλλα πουλιούνται για μερικά ευρώ σε σπίτια της ηδονής, όπου τακτικότατοι πελάτες είναι συχνά κάποιοι γονείς κάποιων μικρών εστεμμένων σε χώρες βόρειες και πλούσιες.
Είμαστε μια κοινωνία βαθιά ενοχική. Νιώθουμε ενοχές γιατί σιωπούμε, γιατί απέχουμε, γιατί δεν συνεισφέρουμε, γιατί μπορεί και οι ίδιοι με τον τρόπο μας να έχουμε υποστεί μια κακοποίηση ή, χειρότερα, να βιαιοπραγούμε πάνω σε τρυφερά κορμάκια με το πρόσχημα της διαπαιδαγώγησης.
Πρέπει να μάθουμε ότι το δώρο της ζωής που κάνουμε στο παιδί μας δεν ζητάει ανταπόδοση. Το παιδί δεν είναι το χέρι ή το πόδι μας –αν και κάποιοι δεν θα χτυπούσαν κανένα μέλος του σώματός τους-, δεν είναι κτήμα μας, δεν μας ανήκει. Το κάθε παιδί φέρει μέσα του ένα γονιδιακό χάρτη που το συνδέει με τους γονείς του, αλλά κυρίως είναι ένας νέος άνθρωπος, ανεξάρτητος, μια νέα δυνατότητα, μια νέα ελπίδα για να γίνουμε καλύτεροι.
Αν σπάσουμε την ομερτά σε καταφανείς περιπτώσεις κακοποίησης, αν συνεισφέρουμε με τις λίγες ή πολλές οικονομικές δυνάμεις μας σε ΜΚΟ όπως Το Χαμόγελο του παιδιού ή διεθνείς οργανισμούς όπως η Unicef, η Actionaid, μπορεί κάποια στιγμή να κοιμηθούμε με ύπνο πιο ελαφρύ και λιγότερο ένοχο.
Σχεδιάζω τις μπομπονιέρες της βάφτισής της να τις παραγγείλω από το Χαμόγελο του παιδιού και αντί για προσκλητήρια να μοιράσω κάρτες της Unicef. Είναι λίγο, ελάχιστο, αλλά εκείνη θα είναι σύμφωνη, όταν μεγαλώσει.

buzz it!

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2009

Δημιουργία


Ίσως και να βιαζόσουν να βγεις στο φως. Ήθελες μάλλον να τρέξεις στο τούνελ, ν’ απαλλαγείς από τη σκοτεινή μήτρα που σε προστάτευε μήνες τώρα. Γι’ αυτό ερχόσουν με τα πόδια κι έπρεπε να ξαπλώσω κάτω από το άσπρο φως. Πρώτη φορά νυστέρι στα σωθικά μου. Είχες όμως επιμονή. Το κεφαλάκι σου αγωνιζόταν να ξεσφηνωθεί και να γυρίσει στη θέση που υπαγορεύει η Φύση. Μάταια προσπαθούσες. Μόνο που μου έκοβες την ανάσα με τις βόλτες που έφερνες μέσα μου.
Όταν με κόψανε άκουσα ένα κλάμα, όχι το σπαρακτικό που νόμιζα. Μάλλον περίμενες τη μεγάλη έξοδο και κείνο το θαμπό κλάμα είχε μέσα του μήνες ανακούφισης. Σε ξαναείδα στο δωμάτιο. Ο μπαμπάς σου διάλεξε ένα με θέα τη θάλασσα. Αυτό το καλοκαίρι που χάσαμε διακοπές και ραθυμία στη θράκα της αμμουδιάς, ήταν μια κάποια παρηγοριά ο Θερμαϊκός, όπως πλημμύριζε τ’ απογεύματα το κρεβάτι μου. Τουλάχιστον έβλεπα τα φωτισμένα πλοία της γραμμής αργά το βράδυ που ξενυχτούσα. Μακάρι να μπορούσες να τα έβλεπες. Εσύ προς το παρόν ήσουν ευχαριστημένη με το γάλα και την αγκαλιά μου.
Ένα μικρό κομμάτι κρέας και μια ανάσα ήσουν, όταν σε φέραμε στο σπίτι. Από τότε, βλέπω να μεγαλώνεις μπρος στα μάτια μου κι οι μέρες μου γεμίζουν με τα χαμόγελά σου, με τα πρώτα σου λαρυγγίσματα, με το κορμάκι σου που παλεύει να ξεκολλήσει από την ανημπόρια της κατάκλισης και να σταθεί χωρίς βοήθεια σε τούτο τον κόσμο. Θαρρώ ότι θα γίνεις μεγάλη αγωνίστρια. Με τρομάζει και με συναρπάζει αυτό το ταξίδι σου, γιατί θα συμπορευτούμε, εσύ κι εγώ. Με αγάπη. Με κατανόηση.
Εσύ κι εγώ ήμασταν ένα, μας ξεχώρισαν, αλλά λες και ένας άλλος λώρος μας ενώνει. Κι εκείνη τη μέρα που ξαναξάπλωσα στο κρεβάτι και το νυστέρι μου ξανάκοψε τα σωθικά, εκείνη την ίδια στιγμή εσύ αγωνιζόσουν ν’ ανασάνεις λες και ζούσες τον αγώνα του κορμιού που σε κάτεχε για εννιά μήνες. Τώρα όλα περάσανε, αλλά αυτό το αιμάτινο νήμα που δένει τις ζωές μας, δεν θα κοπεί ποτέ.

buzz it!

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

40.000 παράθυρα


Μπήκα μετά από καιρό. Ελάχιστος χρόνος ελεύθερος, σπασμωδικές αναγνώσεις μερικών σελίδων από μια στοίβα με βιβλία και φωτοτυπίες που με περιμένει για το διδακτορικό μου. Μου ζήτησαν και μια συνεργασία για αξιολογότατο περιοδικό κι έστειλα παλιά μου διηγήματα. Ντράπηκα. Τίποτε δημιουργικό. Και πάλι τίποτε κι όλα μαζί. Μα, δεν είναι η υπέρτατη δημιουργία αυτή της Ζωής; Κι όμως χάνομαι μέσα στις φροντίδες της ημέρας, τα γέλια και τις γοερές κραυγές από τους κολικούς που την βασανίζουν. Η ατομικότητα θα περιμένει. Τώρα ο χρόνος είναι εκείνη.

Αυτή εδώ τη γωνιά της σκέψης μου την έχω αφήσει ν' αραχνιάζει. Κάποτε με λαχτάρα έτρεχα να μοιραστώ την ευαισθησία της ημέρας, μια αδιόρατη σκέψη που γινόταν κειμενάκι, την αφήγηση μιας μάσκας, την περιπέτεια μιας σύντομης ιστορίας. Σαράντα χιλιάδες και πλέον χτυπήματα, αναγνώσεις τυχαίες, τακτικές παρουσίες από πολλούς που χάθηκαν. Ηλεκτρονικά ίχνη που δεν τα νιώθω να σέρνονται πάνω στις γραμμές μου. Λιγότερη η παρουσία εδώ. Κι εγώ λιγόστεψα τη φωνή μου στις σκέψεις των άλλων. Λείπει ο χρόνος, λείπουν τα ερεθίσματα. Ίσως αύριο, σε δέκα μήνες ένα βλέμμα στο μετρό να μου ανοίξει ένα νέο κόσμο. Ίσως το βιβλίο της Αθήνας που νιώθω τώρα ερμητικά κλειστό να μου επιτρέψει μια κρυφή ματιά. Έτσι κι αλλιώς ξένη θα μείνω πάντα σ' αυτήν την αδηφάγα πόλη. Ο Αλεξάκης γράφει ότι πατρίδα μας είναι εκεί που ζήσαμε την παιδική μας ηλικία. Πατρίδα μου, λοιπόν, για πάντα η Τούμπα με τα φαντάσματα από τα προσφυγόσπιτα που γίναν ρημαδιό από την αντιπαροχή.

Σαράντα χιλιάδες επισκέπτες και παραπάνω. Είμαι ευγνώμων. Θέλω να γράψω για πολλά. Για τις ελπίδες που δεν θέλω να καπηλευτεί η νέα κυβέρνηση, για το πόσο αφόρητες γίναν οι πόλεις της επαρχίας και τις ανεργίας, για τη φύση που ξεδοντιασμένη χάσκει γύρω μας και δεν έχει εποχές να μας χαρίσει, παρά μόνο μια μακρά αποχή από τα χρώματα και τ' αρώματα. Προς το παρόν σιωπώ. Ίσως να ανασυντάσσομαι.

Σαράντα χιλιάδες χτυπήματα σε μια πορεία σκέψης δυό χρόνων και κάτι.

buzz it!

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Μια ώρα


Στον κ. Κ, την κυρία Τ. και τον άντρα με το αφρικάνικο καπέλο


Μια ώρα. Το πριν ήταν η φωνή του άντρα με το παρδαλό υφαντό καπέλο. Θα το αγόρασε σε κανένα ταξίδι του στην Αφρική, ίσως πληρωμένο από φαρμακευτικές εταιρίες, ίσως ταξίδι μέλιτος. Άλλοι ακούνε κλασική μουσική, άλλοι χάνονται στις αναμνήσεις για να βρεθούν ατόφιοι μπροστά στη μεγάλη ευθύνη. Αυτός φοράει το καπέλο του –κάποια δική του ονομασία θα έχει στα μέρη που τ’ αγόρασε. Μου είπε: "Δώρα, θ’ ακούς τη φωνή μου. Και μετά, εμένα θ’ ακούσεις". Ύστερα, fade out.
Εκείνη την ώρα την άγνωστη, η μικρή θα έκλαιγε απαρηγόρητη. Ίσως να μύριζε την απουσία μου. Εκείνη την ώρα εσύ ξεκουραζόσουν στο διπλανό κρεβάτι, δωμάτιο 703, κρατώντας πάνω σου τα χνώτα των δεκάδων συνεπιβατών σου στο τρένο.
Την ίδια ώρα, μια αρμαθιά παιδιά που έκαναν κοπάνα από το κοντινό Γυμνάσιο θα μαύριζε με τα κεφάλια τους το απέναντι πεζοδρόμιο. Στη διπλανή πολυκατοικία ένα γεράνι θα φλέρταρε με μια πεταλούδα και μια γηραιά κυρία θα κουτσομπόλευε με τη γειτόνισσα τα νέα της ημέρας.
Αυτή την άδεια ώρα, στα παράθυρα των τηλεοράσεων πολλά υποσχόμενοι πολιτικοί θα σκλήριζαν για τη δικαιοσύνη, την αδελφότητα, το σώσιμο της πατρίδας, όταν στις μέσα τσέπες των ακριβών κουστουμιών τους θα τους βάραιναν τεφτέρια με τα χρωστούμενα σε πάτρωνες και τις υποσχετικές στους πληβείους.
Μέσα σ’ αυτή την ώρα πόσα ζευγάρια άραγε θα ζευγάρωναν τα κορμιά τους στα γύρω διαμερίσματα, πόσοι άνθρωποι θα ξεκινούσαν για το μεγάλο κι άγνωστο ταξίδι; Κι εγώ στο ανάμεσα, στο πουθενά. Πού να πήγε η ψυχή εκείνη την μαύρη ώρα;
Ξύπνησα με στυφή ανάσα και τ’ όνομά μου στα χείλια του άντρα με το αφρικάνικο καπέλο. Πονούσα, χαρακωμένη και την ίδια στιγμή σωσμένη. Αφέθηκα στα χέρια των ανθρώπων με εμπιστοσύνη και ταξίδεψα κάπου για μια ώρα. Δεν ήταν όπως ο βραδινός ύπνος με τα όνειρα, ακόμη κι εκείνος ο βαρύς μετά από τραγωδίες και απώλειες. Ένα κενό στο πριν και το μετά.
Ύστερα, fade in. Το φωτεινό δωμάτιο κι ένα φιλί από τα μαλακά σου χείλη.

buzz it!

Τρίτη, 08 Σεπτεμβρίου 2009

Φύλλα ημερολογίου


Είναι ωραίο το επιτραπέζιο ημερολόγιο. Καλά έκανε που το αγόρασε. Μόνο 4,5 ευρώ. Τι ψυχή έχουν; Θα βλέπει και τις γιορτές, μην γίνεται ρεζίλι σε γνωστούς και συγγενείς μια που ξεχνάει συνέχεια να τηλεφωνήσει. Ξεχνούσε δηλαδή, γιατί τώρα θα είναι απίκο. Μόλις θα ξημερώνει, που λέει ο λόγος της Αγίας Παρασκευής, ντανγκ τηλέφωνο πρωί-πρωί στη Βούλα, την παλιά του συνάδελφο. Και ούτω καθεξής. Τώρα δεν θα έχει να απολογείται ή να εφευρίσκει απίθανες δουλειές που είναι στα σκαριά. Τώρα θα λέει: «προσελήφθην εδώ και ένα μήνα. Πολύ καλή θέση και με προοπτικές». Οι επέτειοι και οι γιορτές είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναπιάσει το κομμένο νήμα με όλους τους χαμένους φίλους του. «Χαμένοι» κι όχι μόνο με δική τους πρωτοβουλία. Κι εκείνος έφταιγε, τους ντρεπόταν, τους βαριόταν που τους άκουγε να μιλούν για τα προβλήματα της δουλειάς τους, για τις επιτυχίες τους. Είχε ξεχάσει δυο χρόνια κοντά τι θα πει μηνιάτικο, συνάδελφος, ωράριο. Ακόμη και η ρουτίνα του ΟΑΕΔ τον πρώτο χρόνο ήταν μια παρηγοριά. Μετά κόπηκε το επίδομα, η αναμονή στην ουρά της Εθνικής, στο ειδικό γκισέ για τους ανέργους. Τον πρώτο καιρό δεν γούσταρε να κάτσει στην ουρά. Νόμιζε ότι τον έβλεπαν κάπως οι άλλοι πελάτες, αυτοί με τις παχουλές καταθέσεις και τα ομόλογα Δημοσίου. Ίσως και να ήταν της φαντασίας του, σκέφτεται τώρα. Άσε που του άνοιξαν και λογαριασμό για τη μισθοδοσία του. Τους ζήτησε να τον βγάλουν στην ίδια τράπεζα που έπαιρνε και το επίδομα, έτσι για να είναι πάτσι με την ρημάδα την ατυχία του που ξεστράβωσε εδώ κι ένα μήνα.
Χαζεύει πάλι το ημερολόγιό του. Σύντομα θα γεμίσει σημειώσεις από εκκρεμότητες και προγραμματισμένες εργασίες. Περιμένει με αγωνία να μουτζουρωθούν τα άσπρα φύλλα του, να ξεφυλλιστούν πάνω στο καφετί γραφείο του. Ίσως αύριο να πάρει και ασορτί μολυβοθήκη. Η συνάδελφος απέναντι τον κοιτάζει με μισό μάτι. Λες να τον καρφώσει που αγόρασε το ημερολόγιο με δικά του χρήματα; Το ξανασκέφεται τώρα ότι μπορεί να έκανε βλακεία. Αν του πούνε κάτι από τη Διοίκηση, θα δικαιολογηθεί ότι το έχει έθιμο και καλό γούρι σε όλες τις δουλειές του να αγοράζει ένα ολοκαίνουργο ημερολόγιο, πάντα το ίδιο, της ίδιας ποιότητας και της ίδιας αισθητικής. Για τη μολυβοθήκη θα περιμένει μήπως και τον εφοδιάσει το λογιστήριο. Θα περιμένει κάνα μήνα το πολύ και ύστερα θα προχωρήσει στην αγορά μερικών διακριτικών αξεσουάρ για το γραφείο του που δεν βγάζουν μάτι.
Μπορεί και να το παίρνει μαζί του το ημερολόγιο στο σπίτι του, για να μην κάνουν καμιά περίεργη έφοδο από τη διεύθυνση προσωπικού και τους φανεί περίεργο που ένας νεοδιορισθείς βάζει τις προσωπικές του πινελιές στο γραφείο που στο κάτω-κάτω είναι ιδιοκτησία της Εταιρίας. Λοιπόν, αυτό θα κάνει. Θα το βάζει μέσα στην τσάντα του, δίπλα στο ζαρωμένο αλουμινόχαρτο. Το αλουμινόχαρτο από το φαγωμένο σάντουιτς κάθε τρεις μέρες θα το πετάει –για λόγους υγιεινής-, αλλά το ημερολόγιο θα το ακουμπάει στο φοιτητικό του γραφείο, που τώρα παίζει το νέο του ρόλο ως έπιπλο τηλεόρασης. Και κάθε βράδυ που θα βλέπει τις ειδήσεις και θ’ ακούει τις οιμωγές των τηλεαστέρων για την άνοδο της ανεργίας, για την ανέχεια και την κρίση, δεν θα τον λούζει πια κρύος ιδρώτας. Το ανοιχτό ημερολόγιο δίπλα στην οθόνη θα του θυμίζει ότι προς το παρόν το έσκασε από τις στατιστικές, ότι σ’ αυτό το καταραμένο 10% εκείνος συνεισέφερε δυο ολόκληρα χρόνια και ότι τώρα έχει ένα καφετί γραφείο, ένα ημερολόγιο κι ένα πάκο χαρτομάνι να τον περιμένει κάθε πρωί.

buzz it!

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Του βουνού

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 2007 για μια άλλη οικολογική καταστροφή που μάτωσε την Αττική και την Ελλάδα. Δυο χρόνια μετά παραμένει τραγικά επίκαιρο μέσα στο συμβολισμό του:


Μας τά 'λεγε ο Γιάννης ο αλαφροΐσκιωτος. Δεν τον πιστεύαμε τότε. Τώρα που έχουν καεί τα ποδάρια μας και το νερό στις γούρνες γέμισε ένα δάκτυλο στάχτη, τώρα τον θυμηθήκαμε. Θα μου πεις, μπορούσαμε να κάνουμε κάτι; Εμείς είμαστε οι πιο ανήμποροι απ' όλους. Αλλά μας τό 'χε πει: "Μουσαφίρηδες είσαστε εδώ. Να ευλογάτε την κάθε μέρα που καταπίνετε το σιντεφένιο ρυάκι. Να δοξολογείτε τις μέρες των λουλουδιών και του έλατου." Τον κοροϊδεύαμε κι ας μας φώναζε ότι εμάς δεν μας έχουν ακόμη ανακαλύψει. Ότι δεν είναι ακόμη ανάγκη η σιδερένια μασέλα της φαγάνας να μασουλήσει τα λαγόνια του βουνού για να στήσει ο άνθρωπος τα κάστρα του. Αλλού, μας έλεγε, διώξανε τα ξωτικά, στερέψανε τους χείμαρρους και ξεθεμελιώσανε τα δέντρα για τα παιδιά τους, τις νέες πολιτείες τους. Πολλά μας ιστορούσε και μας δίδασκε ο Γιάννης. Ήθελε να μας ετοιμάσει για τα δύσκολα κι εμείς δεν παίρναμε χαμπάρι. Σαν έφτανε ο καιρός που ξεμύτιζαν οι καμπανούλες και σπάθιζαν τον αέρα οι μαργαρίτες, μας τραγουδούσε για τους κήπους των ανθρώπων και τα λουλούδια τους που δεν έχουν μυρωδιά. Θαυμάζαμε όταν ο Γιάννης έλεγε πως είχαν ανακαλύψει νέα χρώματα για τα παλιά άνθη. Απορούσαμε πώς στάλαζαν μυρωδιές στ΄ αμύριστα χορτάρια. Αλλά όλα αυτά ήτανε μακρυά μας. Εμείς είχαμε τις λόχμες μας και τις πυκνές πλαγιές μας κι ήμασταν καλά. Κάποτε συναντιόμασταν και μ' άλλους ανθρώπους, αλλά δεν ήταν σαν τον Γιάννη. Αυτοί δεν μας μιλούσαν. Στέκονταν μόνο για λίγο και μας χάζευαν κι ύστερα συνέχιζαν στα μονοπάτια που είχαν χαράξει οι ίδιοι τους για να μην χάνονται. Γελούσαμε, γιατί εμείς είχαμε το χάρτη του βουνού μες στην καρδιά μας. Ο Γιάννης μας έλεγε και γι΄ άλλους σαν εμάς που έλιωναν μέσα σε σιδερένια κλουβιά, αθύρματα των ανθρώπων. Μάθαμε και γι΄ άλλα γένη που είχαν χαθεί για πάντα και χάθηκε και η σοφία τους. Κρατούσαν βέβαια στις πολιτείες τους τη γάτα και το σκύλο και τους μιλούσαν κι ήταν συντροφιά κι απαντοχή σαν έπεφτε η νύχτα κι έμενε ο κόσμος άλαλος και κρύος. Μα τούτα τα ζωντανά από πάντα ήταν υποταγμένα και μαλθακά. Χαλάλι τους για τη ζωή που ζούνε. Εμείς μείναμε ανυπότακτοι, αλλά το δέχομαι, είμαστε ανήμποροι μπρος στον άνθρωπο. Τώρα το καταλάβαμε πια για τα καλά ότι είναι όλα δικά του. Χάθηκε κι ο Γιάννης. Ήρθε τις προάλλες μαυρισμένος και με σβησμένο βλέμμα μας είπε ότι δεν θα ξαναπατήσει το πόδι του στα μέρη μας. Με στόμα στεγνό μας μίλησε για την καταστροφή. Είπε πως έχανε σιγά σιγά το φως από τα μάτια του, ότι με το ζόρι άκουγε τις φωνές μας. Θα έμενε πια στα χαμηλά. Και θα κοιτούσε τα λουλούδια στις γλάστρες του σα να μην ένιωσε ποτέ τα κορμάκια τους να τεντώνονται κάτω απ' τον ήλιο. Και θ' άκουγε τα πουλιά στα κλουβιά τους σα να μην κουτσομπόλεψε κάποτε με τα πετεινά του δικού μας τριζάτου ουρανού. Σαν τελευταία συμβουλή μας είπε να πάμε στο σύνορο του βουνού πού 'χει απομείνει ανέγγιχτο. Όταν γύρισε την πλάτη του, δεν μας είχε μείνει δάκρυ. Τό ΄παμε. Χάσαμε τα πάντα. Κι ο Γιάννης ήταν μέσα σ' όλα αυτά. Ο αρχηγός μας είπε να μείνουμε εδώ και ν΄ανοίξουμε πόλεμο. Με νύχια και δόντια να κρατήσουμε τα δικά μας. Του είπα ότι ο άνθρωπος έχει κάνει τόσους πολέμους που είναι άτρωτος πια. Εμείς είμαστε άμαθοι και θα πάμε κόντρα στη φύση μας. Αποφασίσαμε με τα πολλά να τραβηχτούμε στα σύνορα. Εκεί θα ζήσουμε, μα θά 'χουμε πια το νου μας. Σαν φανούν πάλι οι φλόγες, σαν λαμπαδιάσει το βουνό, πρώτος εγώ θα τρέξω στην πορφυρή καρδιά τους. Όσο μπορώ να ξαποσταίνω στις ρίζες των δέντρων, να κλέβω τη δροσιά της φτέρης και να ρουφώ το μέλι της ρίγανης θα έχω μια ζωή. Σαν με κλείσουν στους τέσσερις τοίχους η καρδιά μου θά 'χει πεθάνει. Κάλλια να με αφανίσουν οι φλόγες παρά ν΄ απομείνω σαν τον Γιάννη χωρίς βλέμμα, χωρίς ήχους και μυρωδιές.

buzz it!

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Ο δρόμος των μωρών


7:00 π.μ.
Σσσσστ. Ησυχία. Αύγουστος κι όμως παντού ανοιχτά παράθυρα σα μάτια που ξαγρυπνούνε. Προς το παρόν είναι τα μόνα. Ο δρόμος κοιμάται. Το σκουπιδιάρικο πέρασε, νωρίς το πρωί, σεμνά μαζεύοντας τα αποφάγια της χθεσινής ημέρας κι άφησε πίσω του μια πικρή μυρωδιά σαπίλας που ανταγωνίζεται με αξιώσεις τα φουντωτά κεφάλια της τριανταφυλλιάς που θάλλει άλικη κάτω από το μπαλκόνι μου. Πριν δυο χρόνια ήταν που ακούμπησαν στο δροσερό μάρμαρο το μαονί φέρετρο. Μαυρίλα έπνιξε τον απέναντι κήπο, φουστάνια μαύρα κολλημένα στους μηρούς, παντελόνια μαύρα βαριά από τον ιδρώτα, σκέψεις μαύρες μουλιασμένες στις άλαλες γλώσσες των συγγενών. Το θανατικό δεν άργησε να ξανάρθει στο δρόμο. Ένα μήνα μετά πήρε τη μελαγχολική γυναίκα του τρίτου που κάθε πρωί στις 7.00 τίναζε ένα πορτοκαλί πατάκι, πάντα το ίδιο, πάντα γεμάτο από τη σκόνη του χρόνου που έφευγε από πάνω της προδοτικά και τρύπωνε σ’ αυτό το πορτοκαλί πατάκι της κρεβατοκάμαρας.

12:00 π.μ.
Συγχορδία από κλάματα. Τώρα παραπονιέται για τους κολικούς της η μελαχρινή δεσποσύνη των τριών μηνών του δευτέρου ορόφου, απέναντι λοξά δεξιά. Λίγο πιο μετά θα ζητάει επιτακτικά το φαγητό του ο νεαρός των τεσσάρων μηνών του πρώτου ορόφου, από κάτω. Σε ένα τέταρτο, με τη φωνή του ενός μήνα θα ξεπερνάει τον τρόμο της γέννησής του το βυζανιάρικο του πρώτου ορόφου, απέναντι ακριβώς. Στο εικοσάλεπτο θα προστεθεί η άλλη δεσποινίδα της ζωούλας των δέκα ημερών, στο δωμάτιο έσω. Και σε μισή ώρα ακριβώς θα ολοκληρωθεί η συναυλία με την παρέμβαση της μικρής των τριάντα ημερών στον τρίτο όροφο, απέναντι ακριβώς.

17:00 μ.μ.
Καρότσια πηγαινοέρχονται. Μπαμπάδες και μαμάδες στα σαράντα τους, νέες ηθικές, νέες συνήθειες. Πηγαινοέρχονται και γίνονται φίλοι, οι πρότινος αποξενωμένοι που δεν αντάλλασσαν ένα βλέμμα της καλημέρας. Μα για χάρη των παιδιών, βεβαίως-βεβαίως. Τα αξεσουάρ των τέκνων κομψά, τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη του. Ευτυχώς στο μέσο της ζωής μας κερδίσαμε το χρόνο με τα τρυφερά μπρατσάκια και τη μυρωδιά της γαλατίλας που πηγαινοέρχεται κι αυτή πάνω από το δρόμο.

22:00 μ.μ.
Οι τηλεοράσεις έχουν ανάψει. Ευτυχώς το αεράκι δροσίζει τις ψυχές αυτόν τον στάσιμο Αύγουστο που η μέρα μοιάζει πανομοιότυπη κι έχει το σχήμα μιας αγκαλιάς, ενός κλάματος. Οι απέναντι, ακριβώς και λοξά δεξιά, πασχίζουν να κοιμίσουν τα άστατα μωρά για ν’ αφοσιωθούν στην αγαπημένη σειρά. Είναι ώρα, σκέφτονται, είναι ώρα για μάμ και νάνι. Τα μηχανάκια με τις σπασμένες εξατμίσεις έχουν αρχίσει τις τσάρκες δυο δρόμους παρακάτω. Να τηλεφωνήσουμε στην Αστυνομία, να τους συνετίσουν επιτέλους! Όλα πρέπει να είναι ατάραχα και κομψά: τα σπίτια, ο δρόμος, οι κήποι, το Αυγουστιάτικο φεγγάρι που τους θυμίζει περασμένες διακοπές σε ενετικά κάστρα κι ασβεστωμένα κυκλαδίτικα στενά.

3:00 π.μ.
Τα πουλιά της ρεματιάς έχουν σωπάσει. Πιθανόν να ξεκίνησαν την απεργία της σιωπής μόλις ακούστηκε το πρώτο κλάμα. Είπαν, θα κάνουν υπομονή και θα τελειώσει αυτή η παράφωνη παρουσία. Τελικά έκαναν λάθος. Προστέθηκαν κι άλλες κι άλλες. Ένας δρόμος γεμάτος από μωρά που σκούζουν μέσα στο βράδυ και οι μεσήλικες γονείς τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν τα παιδικά τραύματα. Αυτό κατάντησε η πατρίδα τους. Και τώρα σκέφτονται για πρώτη φορά να εγκαταλείψουν τη ρεματιά, γιατί παραμύρισε η ανθρωπίλα από παντού.

5.01 π.μ.

Οι μικρές χουφτίτσες χαλάρωσαν, τα βλέφαρα έγειραν και καπάκωσαν τα θολά μάτια. Οι νέες ζωούλες μετρούνε τις ώρες τους πιο αργά. Δεν γίνεται λόγος για τη φθορά κι ας λένε οι μεγάλοι φιλόσοφοι. Για μερικά χρόνια θα είναι άφθαρτες και άχρονες. Ίσως και για λιγότερο, για μερικούς μήνες έστω. Οι μεσήλικες γονείς κέρδισαν κι αυτοί το χρόνο. Το θανατικό μπορεί να περιμένει αρκετές δεκαετίες για να εισβάλει και πάλι στο δρόμο. Εξάλλου, τώρα πια είναι ο δρόμος των μωρών.

buzz it!

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Καλοκαιρινό ημερολόγιο


Γράφω για να γράφω. Ανέμπνευστο καλοκαίρι. Σκάνδαλα, συμμορίες, ασθένειες, μια πόλη που κολλάει πάνω μου σα βρώμικη γάζα. Κλείνω την τηλεόραση και σκαλώνω τη σκέψη μου στο Τρίτο Πρόγραμμα που παίζει όλη μέρα από μια αθέατη γωνιά του σαλονιού μου. Έτσι είναι ο χρόνος της αναμονής; Μια λευκή σιωπή που κατεβάζει από την οθόνη τα χρώματα, σβήνει τους ήχους κι επικεντρώνεται στον εαυτό της;

Δεν έχω ιστορίες να αφηγηθώ. Θα μου λείψουν τα πράσινα νερά, το ημερολόγιο της καρδιάς που κρατούσα στην παλάμη μου μαζί με τα καυτερά βότσαλα και τη φρουτώδη μέθη του μεσημεριού. Τώρα μετράω τις πορτοκαλιές μαργαρίτες σε μια σκιερή μεριά στο μπαλκόνι μου. Σκαρφαλώνω στα κάγκελα και προσπαθώ να ψαρέψω με την καθετή της ίριδας το ώριμο βελούδο της τριανταφυλλιάς του μπροστινού κήπου. Το βράδυ κουβεντιάζω με το τριζόνι του διπλανού κήπου και ψάχνω να ξεχωρίσω τα φα που σπάταλα σκορπάει ο πίδακας του αυτόματου ποτίσματος. Τη μέρα εγκιβωτίζομαι μακριά από τα επίμονα τζιτζίκια, ανάμεσα στους πίνακες εκείνου που έφυγε, ασφαλής μέσα στον ψυχρό αέρα της κλιματιζόμενης αστικής ζωούλας μας. Αυτά τα τζιτζίκια είναι αποστάτες. Απορώ πώς ξεκόλλησαν από τις ξερολιθιές και τους χωριάτικους κήπους κι ήρθαν να κάνουν ντόλτσε βίτα σ' αυτή την άχαρη πόλη. Δεν τα συμπαθώ, δεν ανοίγω παρτίδες μαζί τους.

Οι οικογένειες μάζεψαν τις μπουγάδες τους, έβαλαν στο πορτ-μπαγκάζ τα μπρατσάκια και τα ληγμένα αντηλιακά και χάθηκαν στη μυρμηγκιά του Περιφερειακού. Τα σφαλιστά παράθυρα, τα κατεβασμένα στόρια μοιάζουν τώρα πιο πολύ με κουφάρια, σιωπηλά τοτέμ μιας προσωρινής απουσίας που για έναν ανύποπτο λόγο με πληγώνει. Παραμένω ο φαροφύλακας αυτής της έρημης γειτονιάς που αδειάζει σιγά-σιγά από το ζεστό ανθρωπομάνι της. Εγώ για να φέρνω το φως και να μεγαλώνουν οι τούγιες, εγώ για να κρατάω το ίσο στις μεταλλικές συγχορδίες των σκουπιδιάρικων και των σπασμένων εξατμίσεων μέσα στο άυπνο λυκαυγές.

Σίγουρα αυτό το αστικό καλοκαίρι θα έχει πολλές ιστορίες να αφηγηθεί. Αλλά είναι πιο κρυφές, μακριά από το φως και τη δημόσια έκθεση. Μπορεί να συνωστίζομαστε πολλοί σε παρόμοιες αίθουσες αναμονής, περιμένοντας κάτι να συμβεί ή κάποιον να έρθει. Όμως, δεν έχουμε μάτια για να δούμε τους άλλους που ακουμπούν στους ίδιους υγρούς τοίχους, εκείνους που προσπαθούν να ξεκολλήσουν με το τραχύ τους βλέμμα τους αργόσυρτους λεπτοδείχτες. Οι υπόλοιποι στις αμμουδερές πτυχές των νησιών κάνουν τους ζαλισμένους τους ισολογισμούς συμφιλιωμένοι με το χρόνο που έχει απλώσει την κοιλιά του πάνω στην αφράλα των βράχων.

Θ΄αφήσω τον καθένα στο τσιμεντένιο κουτί του. Αυτός και η ιστορία του. Ας αναπαυθεί έτσι, άγνωστος και λαθραίος. Εγώ θα συνεχίζω να σιγομιλώ με τις τριανταφυλλιές μου που καίγονται άτσαλα στο φως του μεσημεριού. Μπορεί να με φιλοδωρίσουν με κανένα μπουκούκι στο έμπα του φθινοπώρου. Και θα περιμένω Εκείνη. Που αξίζει την αναμονή, που προσδοκάει μέσα στο κουκούλι της ενστικτώδικης ύπαρξής της την αναμονή.

Τα φετινά μου καλοκαιρινά τετράδια είναι γεμάτα άσπρες κόλλες, ένα βαρύ σύννεφο που το καταδιώκει όποτε θυμάται η τεμπέλικη μπουκαδούρα πίσω από τα βουνά, τον Αλεξάκη που ανάμεσα Παρίσι-Αθήνα μου μιλάει για μια τέχνη ακριβή, τις μέρες που επαναλαμβάνουν με εκνευριστική ακρίβεια τον εαυτό τους.

buzz it!

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Η γυναίκα και η σκιά της

Γ. Ρόρρης, Γυναίκα και σκιά


Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Σκουπίδια στους ξέχειλους κάδους: καταναλώνουμε τις ζωούλες μας,
αφού τις θρέψουμε στοργικά με ζαμπόν και κατεψυγμένες πίτσες
πιο πάνω, στη γωνία διχοτομήθηκε ο σοβάς και το μπαλκόνι δείχνει τα σωθικά του
Σ’ αναβαθμούς το ξεθυμασμένο πράσινο φτάνει μέχρι το λεκιασμένο γαλάζιο

Ίσως ομορφιά να είναι οι κατακόκκινες μολόχες, εκεί στο μπαλκόνι του τρίτου,
μου απολογείσαι. Αστικό τοπίο, μάζωξη τόσων ανθρώπων κι αναγκών…

Πού είναι η δικαιοσύνη, μαμά;

Κι οι άνεργοι που ακόμα στοιβάζονται άτακτοι στα φιλάνθρωπα γραφεία του κράτους;
Φοβάμαι που κάποια μέρα σε στρατιές θα πλημμυρίσουν την ασφάλεια των
νοικοκυραίων. Αντί για παράσημα θα ’χουν περασμένα στα στήθη τους
τα χαρτάκια της αναμονής, τις προκηρύξεις για την τακτοποίηση σε μια επιβίωση ορισμένου χρόνου.

Μπορεί και να ’ναι για καλό, με καθησυχάζεις. Να κλείσουν οι χρωματιστές οθόνες
ν’ ανοίξουν τα κλειδωμένα μυαλά που αναπαύονται στους ανατομικούς καναπέδες τους.

Πού είναι τα καλοκαίρια, μαμά;

Πιο σκληρός αυτός ο δικός μας ήλιος. Στα γόνατα του Αιγίου, ανάμεσα στα ασβεστωμένα σοκάκια, rooms to let, θέα θάλασσα μόλις στρίψεις λίγο αριστερά το κεφάλι, ανάμεσα στην ανάσα του κορμιού και τη γεύση του παγωμένου καρπουζιού, όλα φαίνονται πιο διαυγή. Κι ας κάνεις κουμάντο όλο το χρόνο για μια βδομάδα στους κολπίσκους που κροταλίζουν τα βότσαλά τους στην πυρή αλμύρα.

Δεν υπάρχει ήλιος στα δικά μας στενά, είσαι κατηγορηματική. Ένα φως μάταιο είναι για να σηκώνεσαι το πρωί, να πίνεις τον καφέ σου μια αγκαλιά μακριά από τα ασπρόρουχα της διπλανής που μυρίζουν χημική, μαλακτική ευτυχία κι ύστερα να χώνεσαι στο σκοτεινό σου γραφείο, μην ξέροντας για χρόνια ολόκληρα τι παράγεις.

Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Να αποκρυπτογραφήσουμε το νόημα της εξέλιξης, να δούμε τα θαυμαστά έργα των ανθρώπων, να καταλάβουμε γιατί έχει νόημα ν’ ανοίξουμε κι άλλα άγουρα μάτια σ’ αυτό το πανάρχαιο γαϊτανάκι που κατέληξε να κλειστεί σε μια τόσο στενή λέξη. Επιβίωση.

buzz it!

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Σκόρπιες σκέψεις για 2009 καλοκαίρια


Λιγότερο από δυο μήνες πλέον. Προς το παρόν θα μ’ ανεχθείς –εις βάρος της αδάμαστης ανεξαρτησίας που οσμίζομαι ότι θα έχεις- να σε σεργιανάω στην πόλη που ντύνεται την υγρασία, την πρώτη ζέστη του καλοκαιριού.
Τα κορίτσια ξεμπράτσωτα περπατούν με τα λεπτόφλουδα σανδάλια τους πάνω σε γλιτσιασμένα πεζοδρόμια. Τα αγόρια, μέσα από ανοιχτά φτιαγμένα αυτοκίνητα, μισόγυμνα μετά το μπάνιο, φλερτάρουν ξεδιάντροπα –φευ!- στο δίλεπτο της στάσης στο κόκκινο φανάρι.
Οι κομματικοί αρχηγοί κρέμονται από ψηλά ελαφρά παρταλιασμένοι, δείχνοντας με το δάκτυλο τους σύμμαχους και τους εχθρούς. Τώρα που αποσύρθηκαν από το τραπέζι τα μεγάλα συνθήματα, οι καφετζούδες ρίχνουν πασιέντζες για τον έρωτα. Είναι το πρόταγμα της εποχής.
Ευτυχώς μπαίνουμε στην απάθεια του καλοκαιριού. Υπάρχει κι αυτό το πρόσχημα. Κι εγώ μαζί, δεν με βγάζω απ’ έξω. Ίσως να μ’ έχεις απορροφήσει ολόκληρη, οι σκέψεις να βγαίνουν δύσκολα, ο ειρμός να σκοντάφτει σε φοβίες, ελπίδες, αγωνίες. Τα βιβλία μου χάσκουν, τα χείλια τους είναι γεμάτα σκόνη και υποσχέσεις. Τ’ ανοιγοκλείνω σαν ξεχαρβαλωμένο ακορντεόν. Κλείνω τα στόρια για να φυλακίσω τη δροσιά και μετράω τις μέρες. Η Τέχνη αναβάλλει τη σωτηρία μου. Ξυπνάω τα πρωινά για ν’ ακούσω τ’ αηδόνια της ρεματιάς, μέχρι να σωπάσουν κι αυτά όταν θα χτιστούν τα γύρω χωράφια με τ’ αγριόχορτα και τα καμένα γαϊδουράγκαθα.
Μπαίνουμε στο καλοκαίρι του 2009 κι εγώ ακούω τον απόηχο της επιθυμίας σας για τα νέα νερά, τα στραβόλαιμα αλμυρίκια και τις παγωμένες γρανίτες που θα βαστάξουν τις μνήμες σας, ώσπου να παλιώσουν λίγο πριν το καλοκαίρι του ’10.

buzz it!