Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2009

40.000 παράθυρα


Μπήκα μετά από καιρό. Ελάχιστος χρόνος ελεύθερος, σπασμωδικές αναγνώσεις μερικών σελίδων από μια στοίβα με βιβλία και φωτοτυπίες που με περιμένει για το διδακτορικό μου. Μου ζήτησαν και μια συνεργασία για αξιολογότατο περιοδικό κι έστειλα παλιά μου διηγήματα. Ντράπηκα. Τίποτε δημιουργικό. Και πάλι τίποτε κι όλα μαζί. Μα, δεν είναι η υπέρτατη δημιουργία αυτή της Ζωής; Κι όμως χάνομαι μέσα στις φροντίδες της ημέρας, τα γέλια και τις γοερές κραυγές από τους κολικούς που την βασανίζουν. Η ατομικότητα θα περιμένει. Τώρα ο χρόνος είναι εκείνη.

Αυτή εδώ τη γωνιά της σκέψης μου την έχω αφήσει ν' αραχνιάζει. Κάποτε με λαχτάρα έτρεχα να μοιραστώ την ευαισθησία της ημέρας, μια αδιόρατη σκέψη που γινόταν κειμενάκι, την αφήγηση μιας μάσκας, την περιπέτεια μιας σύντομης ιστορίας. Σαράντα χιλιάδες και πλέον χτυπήματα, αναγνώσεις τυχαίες, τακτικές παρουσίες από πολλούς που χάθηκαν. Ηλεκτρονικά ίχνη που δεν τα νιώθω να σέρνονται πάνω στις γραμμές μου. Λιγότερη η παρουσία εδώ. Κι εγώ λιγόστεψα τη φωνή μου στις σκέψεις των άλλων. Λείπει ο χρόνος, λείπουν τα ερεθίσματα. Ίσως αύριο, σε δέκα μήνες ένα βλέμμα στο μετρό να μου ανοίξει ένα νέο κόσμο. Ίσως το βιβλίο της Αθήνας που νιώθω τώρα ερμητικά κλειστό να μου επιτρέψει μια κρυφή ματιά. Έτσι κι αλλιώς ξένη θα μείνω πάντα σ' αυτήν την αδηφάγα πόλη. Ο Αλεξάκης γράφει ότι πατρίδα μας είναι εκεί που ζήσαμε την παιδική μας ηλικία. Πατρίδα μου, λοιπόν, για πάντα η Τούμπα με τα φαντάσματα από τα προσφυγόσπιτα που γίναν ρημαδιό από την αντιπαροχή.

Σαράντα χιλιάδες επισκέπτες και παραπάνω. Είμαι ευγνώμων. Θέλω να γράψω για πολλά. Για τις ελπίδες που δεν θέλω να καπηλευτεί η νέα κυβέρνηση, για το πόσο αφόρητες γίναν οι πόλεις της επαρχίας και τις ανεργίας, για τη φύση που ξεδοντιασμένη χάσκει γύρω μας και δεν έχει εποχές να μας χαρίσει, παρά μόνο μια μακρά αποχή από τα χρώματα και τ' αρώματα. Προς το παρόν σιωπώ. Ίσως να ανασυντάσσομαι.

Σαράντα χιλιάδες χτυπήματα σε μια πορεία σκέψης δυό χρόνων και κάτι.

buzz it!

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Μια ώρα


Στον κ. Κ, την κυρία Τ. και τον άντρα με το αφρικάνικο καπέλο


Μια ώρα. Το πριν ήταν η φωνή του άντρα με το παρδαλό υφαντό καπέλο. Θα το αγόρασε σε κανένα ταξίδι του στην Αφρική, ίσως πληρωμένο από φαρμακευτικές εταιρίες, ίσως ταξίδι μέλιτος. Άλλοι ακούνε κλασική μουσική, άλλοι χάνονται στις αναμνήσεις για να βρεθούν ατόφιοι μπροστά στη μεγάλη ευθύνη. Αυτός φοράει το καπέλο του –κάποια δική του ονομασία θα έχει στα μέρη που τ’ αγόρασε. Μου είπε: "Δώρα, θ’ ακούς τη φωνή μου. Και μετά, εμένα θ’ ακούσεις". Ύστερα, fade out.
Εκείνη την ώρα την άγνωστη, η μικρή θα έκλαιγε απαρηγόρητη. Ίσως να μύριζε την απουσία μου. Εκείνη την ώρα εσύ ξεκουραζόσουν στο διπλανό κρεβάτι, δωμάτιο 703, κρατώντας πάνω σου τα χνώτα των δεκάδων συνεπιβατών σου στο τρένο.
Την ίδια ώρα, μια αρμαθιά παιδιά που έκαναν κοπάνα από το κοντινό Γυμνάσιο θα μαύριζε με τα κεφάλια τους το απέναντι πεζοδρόμιο. Στη διπλανή πολυκατοικία ένα γεράνι θα φλέρταρε με μια πεταλούδα και μια γηραιά κυρία θα κουτσομπόλευε με τη γειτόνισσα τα νέα της ημέρας.
Αυτή την άδεια ώρα, στα παράθυρα των τηλεοράσεων πολλά υποσχόμενοι πολιτικοί θα σκλήριζαν για τη δικαιοσύνη, την αδελφότητα, το σώσιμο της πατρίδας, όταν στις μέσα τσέπες των ακριβών κουστουμιών τους θα τους βάραιναν τεφτέρια με τα χρωστούμενα σε πάτρωνες και τις υποσχετικές στους πληβείους.
Μέσα σ’ αυτή την ώρα πόσα ζευγάρια άραγε θα ζευγάρωναν τα κορμιά τους στα γύρω διαμερίσματα, πόσοι άνθρωποι θα ξεκινούσαν για το μεγάλο κι άγνωστο ταξίδι; Κι εγώ στο ανάμεσα, στο πουθενά. Πού να πήγε η ψυχή εκείνη την μαύρη ώρα;
Ξύπνησα με στυφή ανάσα και τ’ όνομά μου στα χείλια του άντρα με το αφρικάνικο καπέλο. Πονούσα, χαρακωμένη και την ίδια στιγμή σωσμένη. Αφέθηκα στα χέρια των ανθρώπων με εμπιστοσύνη και ταξίδεψα κάπου για μια ώρα. Δεν ήταν όπως ο βραδινός ύπνος με τα όνειρα, ακόμη κι εκείνος ο βαρύς μετά από τραγωδίες και απώλειες. Ένα κενό στο πριν και το μετά.
Ύστερα, fade in. Το φωτεινό δωμάτιο κι ένα φιλί από τα μαλακά σου χείλη.

buzz it!

Τρίτη, 08 Σεπτεμβρίου 2009

Φύλλα ημερολογίου


Είναι ωραίο το επιτραπέζιο ημερολόγιο. Καλά έκανε που το αγόρασε. Μόνο 4,5 ευρώ. Τι ψυχή έχουν; Θα βλέπει και τις γιορτές, μην γίνεται ρεζίλι σε γνωστούς και συγγενείς μια που ξεχνάει συνέχεια να τηλεφωνήσει. Ξεχνούσε δηλαδή, γιατί τώρα θα είναι απίκο. Μόλις θα ξημερώνει, που λέει ο λόγος της Αγίας Παρασκευής, ντανγκ τηλέφωνο πρωί-πρωί στη Βούλα, την παλιά του συνάδελφο. Και ούτω καθεξής. Τώρα δεν θα έχει να απολογείται ή να εφευρίσκει απίθανες δουλειές που είναι στα σκαριά. Τώρα θα λέει: «προσελήφθην εδώ και ένα μήνα. Πολύ καλή θέση και με προοπτικές». Οι επέτειοι και οι γιορτές είναι μια καλή ευκαιρία να ξαναπιάσει το κομμένο νήμα με όλους τους χαμένους φίλους του. «Χαμένοι» κι όχι μόνο με δική τους πρωτοβουλία. Κι εκείνος έφταιγε, τους ντρεπόταν, τους βαριόταν που τους άκουγε να μιλούν για τα προβλήματα της δουλειάς τους, για τις επιτυχίες τους. Είχε ξεχάσει δυο χρόνια κοντά τι θα πει μηνιάτικο, συνάδελφος, ωράριο. Ακόμη και η ρουτίνα του ΟΑΕΔ τον πρώτο χρόνο ήταν μια παρηγοριά. Μετά κόπηκε το επίδομα, η αναμονή στην ουρά της Εθνικής, στο ειδικό γκισέ για τους ανέργους. Τον πρώτο καιρό δεν γούσταρε να κάτσει στην ουρά. Νόμιζε ότι τον έβλεπαν κάπως οι άλλοι πελάτες, αυτοί με τις παχουλές καταθέσεις και τα ομόλογα Δημοσίου. Ίσως και να ήταν της φαντασίας του, σκέφτεται τώρα. Άσε που του άνοιξαν και λογαριασμό για τη μισθοδοσία του. Τους ζήτησε να τον βγάλουν στην ίδια τράπεζα που έπαιρνε και το επίδομα, έτσι για να είναι πάτσι με την ρημάδα την ατυχία του που ξεστράβωσε εδώ κι ένα μήνα.
Χαζεύει πάλι το ημερολόγιό του. Σύντομα θα γεμίσει σημειώσεις από εκκρεμότητες και προγραμματισμένες εργασίες. Περιμένει με αγωνία να μουτζουρωθούν τα άσπρα φύλλα του, να ξεφυλλιστούν πάνω στο καφετί γραφείο του. Ίσως αύριο να πάρει και ασορτί μολυβοθήκη. Η συνάδελφος απέναντι τον κοιτάζει με μισό μάτι. Λες να τον καρφώσει που αγόρασε το ημερολόγιο με δικά του χρήματα; Το ξανασκέφεται τώρα ότι μπορεί να έκανε βλακεία. Αν του πούνε κάτι από τη Διοίκηση, θα δικαιολογηθεί ότι το έχει έθιμο και καλό γούρι σε όλες τις δουλειές του να αγοράζει ένα ολοκαίνουργο ημερολόγιο, πάντα το ίδιο, της ίδιας ποιότητας και της ίδιας αισθητικής. Για τη μολυβοθήκη θα περιμένει μήπως και τον εφοδιάσει το λογιστήριο. Θα περιμένει κάνα μήνα το πολύ και ύστερα θα προχωρήσει στην αγορά μερικών διακριτικών αξεσουάρ για το γραφείο του που δεν βγάζουν μάτι.
Μπορεί και να το παίρνει μαζί του το ημερολόγιο στο σπίτι του, για να μην κάνουν καμιά περίεργη έφοδο από τη διεύθυνση προσωπικού και τους φανεί περίεργο που ένας νεοδιορισθείς βάζει τις προσωπικές του πινελιές στο γραφείο που στο κάτω-κάτω είναι ιδιοκτησία της Εταιρίας. Λοιπόν, αυτό θα κάνει. Θα το βάζει μέσα στην τσάντα του, δίπλα στο ζαρωμένο αλουμινόχαρτο. Το αλουμινόχαρτο από το φαγωμένο σάντουιτς κάθε τρεις μέρες θα το πετάει –για λόγους υγιεινής-, αλλά το ημερολόγιο θα το ακουμπάει στο φοιτητικό του γραφείο, που τώρα παίζει το νέο του ρόλο ως έπιπλο τηλεόρασης. Και κάθε βράδυ που θα βλέπει τις ειδήσεις και θ’ ακούει τις οιμωγές των τηλεαστέρων για την άνοδο της ανεργίας, για την ανέχεια και την κρίση, δεν θα τον λούζει πια κρύος ιδρώτας. Το ανοιχτό ημερολόγιο δίπλα στην οθόνη θα του θυμίζει ότι προς το παρόν το έσκασε από τις στατιστικές, ότι σ’ αυτό το καταραμένο 10% εκείνος συνεισέφερε δυο ολόκληρα χρόνια και ότι τώρα έχει ένα καφετί γραφείο, ένα ημερολόγιο κι ένα πάκο χαρτομάνι να τον περιμένει κάθε πρωί.

buzz it!

Τρίτη, 25 Αυγούστου 2009

Του βουνού

Το κείμενο αυτό γράφτηκε το 2007 για μια άλλη οικολογική καταστροφή που μάτωσε την Αττική και την Ελλάδα. Δυο χρόνια μετά παραμένει τραγικά επίκαιρο μέσα στο συμβολισμό του:


Μας τά 'λεγε ο Γιάννης ο αλαφροΐσκιωτος. Δεν τον πιστεύαμε τότε. Τώρα που έχουν καεί τα ποδάρια μας και το νερό στις γούρνες γέμισε ένα δάκτυλο στάχτη, τώρα τον θυμηθήκαμε. Θα μου πεις, μπορούσαμε να κάνουμε κάτι; Εμείς είμαστε οι πιο ανήμποροι απ' όλους. Αλλά μας τό 'χε πει: "Μουσαφίρηδες είσαστε εδώ. Να ευλογάτε την κάθε μέρα που καταπίνετε το σιντεφένιο ρυάκι. Να δοξολογείτε τις μέρες των λουλουδιών και του έλατου." Τον κοροϊδεύαμε κι ας μας φώναζε ότι εμάς δεν μας έχουν ακόμη ανακαλύψει. Ότι δεν είναι ακόμη ανάγκη η σιδερένια μασέλα της φαγάνας να μασουλήσει τα λαγόνια του βουνού για να στήσει ο άνθρωπος τα κάστρα του. Αλλού, μας έλεγε, διώξανε τα ξωτικά, στερέψανε τους χείμαρρους και ξεθεμελιώσανε τα δέντρα για τα παιδιά τους, τις νέες πολιτείες τους. Πολλά μας ιστορούσε και μας δίδασκε ο Γιάννης. Ήθελε να μας ετοιμάσει για τα δύσκολα κι εμείς δεν παίρναμε χαμπάρι. Σαν έφτανε ο καιρός που ξεμύτιζαν οι καμπανούλες και σπάθιζαν τον αέρα οι μαργαρίτες, μας τραγουδούσε για τους κήπους των ανθρώπων και τα λουλούδια τους που δεν έχουν μυρωδιά. Θαυμάζαμε όταν ο Γιάννης έλεγε πως είχαν ανακαλύψει νέα χρώματα για τα παλιά άνθη. Απορούσαμε πώς στάλαζαν μυρωδιές στ΄ αμύριστα χορτάρια. Αλλά όλα αυτά ήτανε μακρυά μας. Εμείς είχαμε τις λόχμες μας και τις πυκνές πλαγιές μας κι ήμασταν καλά. Κάποτε συναντιόμασταν και μ' άλλους ανθρώπους, αλλά δεν ήταν σαν τον Γιάννη. Αυτοί δεν μας μιλούσαν. Στέκονταν μόνο για λίγο και μας χάζευαν κι ύστερα συνέχιζαν στα μονοπάτια που είχαν χαράξει οι ίδιοι τους για να μην χάνονται. Γελούσαμε, γιατί εμείς είχαμε το χάρτη του βουνού μες στην καρδιά μας. Ο Γιάννης μας έλεγε και γι΄ άλλους σαν εμάς που έλιωναν μέσα σε σιδερένια κλουβιά, αθύρματα των ανθρώπων. Μάθαμε και γι΄ άλλα γένη που είχαν χαθεί για πάντα και χάθηκε και η σοφία τους. Κρατούσαν βέβαια στις πολιτείες τους τη γάτα και το σκύλο και τους μιλούσαν κι ήταν συντροφιά κι απαντοχή σαν έπεφτε η νύχτα κι έμενε ο κόσμος άλαλος και κρύος. Μα τούτα τα ζωντανά από πάντα ήταν υποταγμένα και μαλθακά. Χαλάλι τους για τη ζωή που ζούνε. Εμείς μείναμε ανυπότακτοι, αλλά το δέχομαι, είμαστε ανήμποροι μπρος στον άνθρωπο. Τώρα το καταλάβαμε πια για τα καλά ότι είναι όλα δικά του. Χάθηκε κι ο Γιάννης. Ήρθε τις προάλλες μαυρισμένος και με σβησμένο βλέμμα μας είπε ότι δεν θα ξαναπατήσει το πόδι του στα μέρη μας. Με στόμα στεγνό μας μίλησε για την καταστροφή. Είπε πως έχανε σιγά σιγά το φως από τα μάτια του, ότι με το ζόρι άκουγε τις φωνές μας. Θα έμενε πια στα χαμηλά. Και θα κοιτούσε τα λουλούδια στις γλάστρες του σα να μην ένιωσε ποτέ τα κορμάκια τους να τεντώνονται κάτω απ' τον ήλιο. Και θ' άκουγε τα πουλιά στα κλουβιά τους σα να μην κουτσομπόλεψε κάποτε με τα πετεινά του δικού μας τριζάτου ουρανού. Σαν τελευταία συμβουλή μας είπε να πάμε στο σύνορο του βουνού πού 'χει απομείνει ανέγγιχτο. Όταν γύρισε την πλάτη του, δεν μας είχε μείνει δάκρυ. Τό ΄παμε. Χάσαμε τα πάντα. Κι ο Γιάννης ήταν μέσα σ' όλα αυτά. Ο αρχηγός μας είπε να μείνουμε εδώ και ν΄ανοίξουμε πόλεμο. Με νύχια και δόντια να κρατήσουμε τα δικά μας. Του είπα ότι ο άνθρωπος έχει κάνει τόσους πολέμους που είναι άτρωτος πια. Εμείς είμαστε άμαθοι και θα πάμε κόντρα στη φύση μας. Αποφασίσαμε με τα πολλά να τραβηχτούμε στα σύνορα. Εκεί θα ζήσουμε, μα θά 'χουμε πια το νου μας. Σαν φανούν πάλι οι φλόγες, σαν λαμπαδιάσει το βουνό, πρώτος εγώ θα τρέξω στην πορφυρή καρδιά τους. Όσο μπορώ να ξαποσταίνω στις ρίζες των δέντρων, να κλέβω τη δροσιά της φτέρης και να ρουφώ το μέλι της ρίγανης θα έχω μια ζωή. Σαν με κλείσουν στους τέσσερις τοίχους η καρδιά μου θά 'χει πεθάνει. Κάλλια να με αφανίσουν οι φλόγες παρά ν΄ απομείνω σαν τον Γιάννη χωρίς βλέμμα, χωρίς ήχους και μυρωδιές.

buzz it!

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

Ο δρόμος των μωρών


7:00 π.μ.
Σσσσστ. Ησυχία. Αύγουστος κι όμως παντού ανοιχτά παράθυρα σα μάτια που ξαγρυπνούνε. Προς το παρόν είναι τα μόνα. Ο δρόμος κοιμάται. Το σκουπιδιάρικο πέρασε, νωρίς το πρωί, σεμνά μαζεύοντας τα αποφάγια της χθεσινής ημέρας κι άφησε πίσω του μια πικρή μυρωδιά σαπίλας που ανταγωνίζεται με αξιώσεις τα φουντωτά κεφάλια της τριανταφυλλιάς που θάλλει άλικη κάτω από το μπαλκόνι μου. Πριν δυο χρόνια ήταν που ακούμπησαν στο δροσερό μάρμαρο το μαονί φέρετρο. Μαυρίλα έπνιξε τον απέναντι κήπο, φουστάνια μαύρα κολλημένα στους μηρούς, παντελόνια μαύρα βαριά από τον ιδρώτα, σκέψεις μαύρες μουλιασμένες στις άλαλες γλώσσες των συγγενών. Το θανατικό δεν άργησε να ξανάρθει στο δρόμο. Ένα μήνα μετά πήρε τη μελαγχολική γυναίκα του τρίτου που κάθε πρωί στις 7.00 τίναζε ένα πορτοκαλί πατάκι, πάντα το ίδιο, πάντα γεμάτο από τη σκόνη του χρόνου που έφευγε από πάνω της προδοτικά και τρύπωνε σ’ αυτό το πορτοκαλί πατάκι της κρεβατοκάμαρας.

12:00 π.μ.
Συγχορδία από κλάματα. Τώρα παραπονιέται για τους κολικούς της η μελαχρινή δεσποσύνη των τριών μηνών του δευτέρου ορόφου, απέναντι λοξά δεξιά. Λίγο πιο μετά θα ζητάει επιτακτικά το φαγητό του ο νεαρός των τεσσάρων μηνών του πρώτου ορόφου, από κάτω. Σε ένα τέταρτο, με τη φωνή του ενός μήνα θα ξεπερνάει τον τρόμο της γέννησής του το βυζανιάρικο του πρώτου ορόφου, απέναντι ακριβώς. Στο εικοσάλεπτο θα προστεθεί η άλλη δεσποινίδα της ζωούλας των δέκα ημερών, στο δωμάτιο έσω. Και σε μισή ώρα ακριβώς θα ολοκληρωθεί η συναυλία με την παρέμβαση της μικρής των τριάντα ημερών στον τρίτο όροφο, απέναντι ακριβώς.

17:00 μ.μ.
Καρότσια πηγαινοέρχονται. Μπαμπάδες και μαμάδες στα σαράντα τους, νέες ηθικές, νέες συνήθειες. Πηγαινοέρχονται και γίνονται φίλοι, οι πρότινος αποξενωμένοι που δεν αντάλλασσαν ένα βλέμμα της καλημέρας. Μα για χάρη των παιδιών, βεβαίως-βεβαίως. Τα αξεσουάρ των τέκνων κομψά, τίποτε δεν αφήνεται στην τύχη του. Ευτυχώς στο μέσο της ζωής μας κερδίσαμε το χρόνο με τα τρυφερά μπρατσάκια και τη μυρωδιά της γαλατίλας που πηγαινοέρχεται κι αυτή πάνω από το δρόμο.

22:00 μ.μ.
Οι τηλεοράσεις έχουν ανάψει. Ευτυχώς το αεράκι δροσίζει τις ψυχές αυτόν τον στάσιμο Αύγουστο που η μέρα μοιάζει πανομοιότυπη κι έχει το σχήμα μιας αγκαλιάς, ενός κλάματος. Οι απέναντι, ακριβώς και λοξά δεξιά, πασχίζουν να κοιμίσουν τα άστατα μωρά για ν’ αφοσιωθούν στην αγαπημένη σειρά. Είναι ώρα, σκέφτονται, είναι ώρα για μάμ και νάνι. Τα μηχανάκια με τις σπασμένες εξατμίσεις έχουν αρχίσει τις τσάρκες δυο δρόμους παρακάτω. Να τηλεφωνήσουμε στην Αστυνομία, να τους συνετίσουν επιτέλους! Όλα πρέπει να είναι ατάραχα και κομψά: τα σπίτια, ο δρόμος, οι κήποι, το Αυγουστιάτικο φεγγάρι που τους θυμίζει περασμένες διακοπές σε ενετικά κάστρα κι ασβεστωμένα κυκλαδίτικα στενά.

3:00 π.μ.
Τα πουλιά της ρεματιάς έχουν σωπάσει. Πιθανόν να ξεκίνησαν την απεργία της σιωπής μόλις ακούστηκε το πρώτο κλάμα. Είπαν, θα κάνουν υπομονή και θα τελειώσει αυτή η παράφωνη παρουσία. Τελικά έκαναν λάθος. Προστέθηκαν κι άλλες κι άλλες. Ένας δρόμος γεμάτος από μωρά που σκούζουν μέσα στο βράδυ και οι μεσήλικες γονείς τρέχουν πανικόβλητοι να προλάβουν τα παιδικά τραύματα. Αυτό κατάντησε η πατρίδα τους. Και τώρα σκέφτονται για πρώτη φορά να εγκαταλείψουν τη ρεματιά, γιατί παραμύρισε η ανθρωπίλα από παντού.

5.01 π.μ.

Οι μικρές χουφτίτσες χαλάρωσαν, τα βλέφαρα έγειραν και καπάκωσαν τα θολά μάτια. Οι νέες ζωούλες μετρούνε τις ώρες τους πιο αργά. Δεν γίνεται λόγος για τη φθορά κι ας λένε οι μεγάλοι φιλόσοφοι. Για μερικά χρόνια θα είναι άφθαρτες και άχρονες. Ίσως και για λιγότερο, για μερικούς μήνες έστω. Οι μεσήλικες γονείς κέρδισαν κι αυτοί το χρόνο. Το θανατικό μπορεί να περιμένει αρκετές δεκαετίες για να εισβάλει και πάλι στο δρόμο. Εξάλλου, τώρα πια είναι ο δρόμος των μωρών.

buzz it!

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2009

Καλοκαιρινό ημερολόγιο


Γράφω για να γράφω. Ανέμπνευστο καλοκαίρι. Σκάνδαλα, συμμορίες, ασθένειες, μια πόλη που κολλάει πάνω μου σα βρώμικη γάζα. Κλείνω την τηλεόραση και σκαλώνω τη σκέψη μου στο Τρίτο Πρόγραμμα που παίζει όλη μέρα από μια αθέατη γωνιά του σαλονιού μου. Έτσι είναι ο χρόνος της αναμονής; Μια λευκή σιωπή που κατεβάζει από την οθόνη τα χρώματα, σβήνει τους ήχους κι επικεντρώνεται στον εαυτό της;

Δεν έχω ιστορίες να αφηγηθώ. Θα μου λείψουν τα πράσινα νερά, το ημερολόγιο της καρδιάς που κρατούσα στην παλάμη μου μαζί με τα καυτερά βότσαλα και τη φρουτώδη μέθη του μεσημεριού. Τώρα μετράω τις πορτοκαλιές μαργαρίτες σε μια σκιερή μεριά στο μπαλκόνι μου. Σκαρφαλώνω στα κάγκελα και προσπαθώ να ψαρέψω με την καθετή της ίριδας το ώριμο βελούδο της τριανταφυλλιάς του μπροστινού κήπου. Το βράδυ κουβεντιάζω με το τριζόνι του διπλανού κήπου και ψάχνω να ξεχωρίσω τα φα που σπάταλα σκορπάει ο πίδακας του αυτόματου ποτίσματος. Τη μέρα εγκιβωτίζομαι μακριά από τα επίμονα τζιτζίκια, ανάμεσα στους πίνακες εκείνου που έφυγε, ασφαλής μέσα στον ψυχρό αέρα της κλιματιζόμενης αστικής ζωούλας μας. Αυτά τα τζιτζίκια είναι αποστάτες. Απορώ πώς ξεκόλλησαν από τις ξερολιθιές και τους χωριάτικους κήπους κι ήρθαν να κάνουν ντόλτσε βίτα σ' αυτή την άχαρη πόλη. Δεν τα συμπαθώ, δεν ανοίγω παρτίδες μαζί τους.

Οι οικογένειες μάζεψαν τις μπουγάδες τους, έβαλαν στο πορτ-μπαγκάζ τα μπρατσάκια και τα ληγμένα αντηλιακά και χάθηκαν στη μυρμηγκιά του Περιφερειακού. Τα σφαλιστά παράθυρα, τα κατεβασμένα στόρια μοιάζουν τώρα πιο πολύ με κουφάρια, σιωπηλά τοτέμ μιας προσωρινής απουσίας που για έναν ανύποπτο λόγο με πληγώνει. Παραμένω ο φαροφύλακας αυτής της έρημης γειτονιάς που αδειάζει σιγά-σιγά από το ζεστό ανθρωπομάνι της. Εγώ για να φέρνω το φως και να μεγαλώνουν οι τούγιες, εγώ για να κρατάω το ίσο στις μεταλλικές συγχορδίες των σκουπιδιάρικων και των σπασμένων εξατμίσεων μέσα στο άυπνο λυκαυγές.

Σίγουρα αυτό το αστικό καλοκαίρι θα έχει πολλές ιστορίες να αφηγηθεί. Αλλά είναι πιο κρυφές, μακριά από το φως και τη δημόσια έκθεση. Μπορεί να συνωστίζομαστε πολλοί σε παρόμοιες αίθουσες αναμονής, περιμένοντας κάτι να συμβεί ή κάποιον να έρθει. Όμως, δεν έχουμε μάτια για να δούμε τους άλλους που ακουμπούν στους ίδιους υγρούς τοίχους, εκείνους που προσπαθούν να ξεκολλήσουν με το τραχύ τους βλέμμα τους αργόσυρτους λεπτοδείχτες. Οι υπόλοιποι στις αμμουδερές πτυχές των νησιών κάνουν τους ζαλισμένους τους ισολογισμούς συμφιλιωμένοι με το χρόνο που έχει απλώσει την κοιλιά του πάνω στην αφράλα των βράχων.

Θ΄αφήσω τον καθένα στο τσιμεντένιο κουτί του. Αυτός και η ιστορία του. Ας αναπαυθεί έτσι, άγνωστος και λαθραίος. Εγώ θα συνεχίζω να σιγομιλώ με τις τριανταφυλλιές μου που καίγονται άτσαλα στο φως του μεσημεριού. Μπορεί να με φιλοδωρίσουν με κανένα μπουκούκι στο έμπα του φθινοπώρου. Και θα περιμένω Εκείνη. Που αξίζει την αναμονή, που προσδοκάει μέσα στο κουκούλι της ενστικτώδικης ύπαρξής της την αναμονή.

Τα φετινά μου καλοκαιρινά τετράδια είναι γεμάτα άσπρες κόλλες, ένα βαρύ σύννεφο που το καταδιώκει όποτε θυμάται η τεμπέλικη μπουκαδούρα πίσω από τα βουνά, τον Αλεξάκη που ανάμεσα Παρίσι-Αθήνα μου μιλάει για μια τέχνη ακριβή, τις μέρες που επαναλαμβάνουν με εκνευριστική ακρίβεια τον εαυτό τους.

buzz it!

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

Η γυναίκα και η σκιά της

Γ. Ρόρρης, Γυναίκα και σκιά


Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Σκουπίδια στους ξέχειλους κάδους: καταναλώνουμε τις ζωούλες μας,
αφού τις θρέψουμε στοργικά με ζαμπόν και κατεψυγμένες πίτσες
πιο πάνω, στη γωνία διχοτομήθηκε ο σοβάς και το μπαλκόνι δείχνει τα σωθικά του
Σ’ αναβαθμούς το ξεθυμασμένο πράσινο φτάνει μέχρι το λεκιασμένο γαλάζιο

Ίσως ομορφιά να είναι οι κατακόκκινες μολόχες, εκεί στο μπαλκόνι του τρίτου,
μου απολογείσαι. Αστικό τοπίο, μάζωξη τόσων ανθρώπων κι αναγκών…

Πού είναι η δικαιοσύνη, μαμά;

Κι οι άνεργοι που ακόμα στοιβάζονται άτακτοι στα φιλάνθρωπα γραφεία του κράτους;
Φοβάμαι που κάποια μέρα σε στρατιές θα πλημμυρίσουν την ασφάλεια των
νοικοκυραίων. Αντί για παράσημα θα ’χουν περασμένα στα στήθη τους
τα χαρτάκια της αναμονής, τις προκηρύξεις για την τακτοποίηση σε μια επιβίωση ορισμένου χρόνου.

Μπορεί και να ’ναι για καλό, με καθησυχάζεις. Να κλείσουν οι χρωματιστές οθόνες
ν’ ανοίξουν τα κλειδωμένα μυαλά που αναπαύονται στους ανατομικούς καναπέδες τους.

Πού είναι τα καλοκαίρια, μαμά;

Πιο σκληρός αυτός ο δικός μας ήλιος. Στα γόνατα του Αιγίου, ανάμεσα στα ασβεστωμένα σοκάκια, rooms to let, θέα θάλασσα μόλις στρίψεις λίγο αριστερά το κεφάλι, ανάμεσα στην ανάσα του κορμιού και τη γεύση του παγωμένου καρπουζιού, όλα φαίνονται πιο διαυγή. Κι ας κάνεις κουμάντο όλο το χρόνο για μια βδομάδα στους κολπίσκους που κροταλίζουν τα βότσαλά τους στην πυρή αλμύρα.

Δεν υπάρχει ήλιος στα δικά μας στενά, είσαι κατηγορηματική. Ένα φως μάταιο είναι για να σηκώνεσαι το πρωί, να πίνεις τον καφέ σου μια αγκαλιά μακριά από τα ασπρόρουχα της διπλανής που μυρίζουν χημική, μαλακτική ευτυχία κι ύστερα να χώνεσαι στο σκοτεινό σου γραφείο, μην ξέροντας για χρόνια ολόκληρα τι παράγεις.

Πού είναι η ομορφιά, μαμά;

Να αποκρυπτογραφήσουμε το νόημα της εξέλιξης, να δούμε τα θαυμαστά έργα των ανθρώπων, να καταλάβουμε γιατί έχει νόημα ν’ ανοίξουμε κι άλλα άγουρα μάτια σ’ αυτό το πανάρχαιο γαϊτανάκι που κατέληξε να κλειστεί σε μια τόσο στενή λέξη. Επιβίωση.

buzz it!

Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2009

Σκόρπιες σκέψεις για 2009 καλοκαίρια


Λιγότερο από δυο μήνες πλέον. Προς το παρόν θα μ’ ανεχθείς –εις βάρος της αδάμαστης ανεξαρτησίας που οσμίζομαι ότι θα έχεις- να σε σεργιανάω στην πόλη που ντύνεται την υγρασία, την πρώτη ζέστη του καλοκαιριού.
Τα κορίτσια ξεμπράτσωτα περπατούν με τα λεπτόφλουδα σανδάλια τους πάνω σε γλιτσιασμένα πεζοδρόμια. Τα αγόρια, μέσα από ανοιχτά φτιαγμένα αυτοκίνητα, μισόγυμνα μετά το μπάνιο, φλερτάρουν ξεδιάντροπα –φευ!- στο δίλεπτο της στάσης στο κόκκινο φανάρι.
Οι κομματικοί αρχηγοί κρέμονται από ψηλά ελαφρά παρταλιασμένοι, δείχνοντας με το δάκτυλο τους σύμμαχους και τους εχθρούς. Τώρα που αποσύρθηκαν από το τραπέζι τα μεγάλα συνθήματα, οι καφετζούδες ρίχνουν πασιέντζες για τον έρωτα. Είναι το πρόταγμα της εποχής.
Ευτυχώς μπαίνουμε στην απάθεια του καλοκαιριού. Υπάρχει κι αυτό το πρόσχημα. Κι εγώ μαζί, δεν με βγάζω απ’ έξω. Ίσως να μ’ έχεις απορροφήσει ολόκληρη, οι σκέψεις να βγαίνουν δύσκολα, ο ειρμός να σκοντάφτει σε φοβίες, ελπίδες, αγωνίες. Τα βιβλία μου χάσκουν, τα χείλια τους είναι γεμάτα σκόνη και υποσχέσεις. Τ’ ανοιγοκλείνω σαν ξεχαρβαλωμένο ακορντεόν. Κλείνω τα στόρια για να φυλακίσω τη δροσιά και μετράω τις μέρες. Η Τέχνη αναβάλλει τη σωτηρία μου. Ξυπνάω τα πρωινά για ν’ ακούσω τ’ αηδόνια της ρεματιάς, μέχρι να σωπάσουν κι αυτά όταν θα χτιστούν τα γύρω χωράφια με τ’ αγριόχορτα και τα καμένα γαϊδουράγκαθα.
Μπαίνουμε στο καλοκαίρι του 2009 κι εγώ ακούω τον απόηχο της επιθυμίας σας για τα νέα νερά, τα στραβόλαιμα αλμυρίκια και τις παγωμένες γρανίτες που θα βαστάξουν τις μνήμες σας, ώσπου να παλιώσουν λίγο πριν το καλοκαίρι του ’10.

buzz it!

Τρίτη, 02 Ιουνίου 2009

Ημέρα αδικαίωτης μνήμης




και το blog της κρατάει ακόμη

buzz it!

Κυριακή, 24 Μαΐου 2009

Πρώην Λίτσα


(To ξαναποστάρω γιατί είναι αρκούντως καλοκαιρινό και ανάλαφρο. Δυστυχώς αυτό το διάστημα προσπαθούσα να χτενίσω ένα παλιότερο θεατρικό μου και δεν έχω καμιά καινούργια, φρέσκια ιστορία να αφηγηθώ)

Η ιστορία έχει ως εξής: αποφασίσαμε κάποτε να περάσουμε τις διακοπές μας σε μια δροσερή βίλα στα ορεινά της Νίκαιας. Έβραζε ο τόπος στην Ελλάδα κι εμείς άρχοντες στην Γαλλία, χρειαζόμασταν τα βράδια κουβέρτα, άσε τα μακρυμάνικα που αναγκαστήκαμε να ξεθάψουμε από τον πάτο της βαλίτσας μας. Δροσιά που έμπαινε μέχρι μέσα στην ψυχή σου, ακόμη και στη δική μου που δεν φημίζεται για την ευκαμψία της, όπως έλεγε και μια παλιά μου γκόμενα.
Κοίταξε, από την αρχή δεν μου άρεσαν τα μούτρα τους. Ειδικά εκείνης. Άντε, ο άντρας της είχε κάτι το παιδικό στη συμπεριφορά του, που και πάλι μ’ έκανε να τον βλέπω με μισό μάτι –άντρας είσαι, ρε μαλάκα, δεν είσαι κάνα παιδαρέλι που πάει πρώτη μέρα στο σχολείο-, αλλά αυτή η γκιόσα μου στάθηκε στο λαιμό από την πρώτη μέρα. Αν ήταν να ξαναδιαλέξω, θα πήγαινα κάπου πιο φτωχικά και ταπεινά παρά σε τούτο το αριστοκρατικό προάστιο που είναι από έξω κούκλα κι από μέσα ζέχνει σαν πανούκλα. Αλλά ας όψεται το αίσθημα που ήθελε μεγαλεία και τα ρέστα.
Η Λίτσα, εξάλλου, ανέλαβε όλα τα διαδικαστικά, έψαξε στο ίντερνετ ως πιο τσακάλι στην τεχνολογία, βρήκε το «εξοχικό σπίτι δίπλα στο μεσαιωνικό χωριό Τουρέτ», αυτή έκανε και τις συνεννοήσεις στα αγγλικά, μια και ξέρει καλύτερα τη γλώσσα από μένα. Όλα καλά και άγια. Κλείσαμε και τα αεροπορικά για Νίκαια, νοικιάσαμε κι ένα μικρό σιτροέν για τις μετακινήσεις μας. Βασίλισσα η Λίτσα, όχι για να μην λένε και οι άλλες στο γραφείο ότι πάνε μόνο αυτές στην Ευρώπη. Σαν έφτασε η αποφράς ημέρα, ζωστήκαμε μπαγκάζια και βαλιτσάκια με όλες τι παραλλαγές των ρούχων –από θερινά μέχρι βαριά φθινοπωρινά-, πήραμε την πτήση μας και σε δυόμιση ώρες τριγυρνούσαμε στους δασωμένους δρόμους της επαρχίας alps-maritimes.
Εύκολα βρήκαμε το σπίτι και με το καλησπέρα σας, άρχισαν και τα όργανα. Μας υποδέχτηκε ο άντρας, ο Κλωντ που μας έδωσε μάλλον αδέξια το χέρι του, τουλάχιστον σε μένα. Και κάτι άλλο που μου έκανε εξ αρχής εντύπωση: η Λίτσα είναι μια πολύ σεξουαλική γυναίκα, θεωρητική πως το λένε, που δεν αφήνει κανέναν άντρα ασυγκίνητο· εννοώ ότι όλοι τα χάνουν σαν πρωτοβλέπουν ένα πόδι ενάμιση μέτρο και τα πλούσια μαύρα μαλλιά της που φτάνουν μέχρι τα τορνευτά καπούλια της. Αυτός ο Κλωντ, όμως, χαμπάρι δεν πήρε. Σκέφτηκα ότι μάλλον η γυναίκα του θα τον έχει υπό παρακολούθηση, για να διστάζει να ρίξει έστω και μια ματιά σε μια τέτοια γυναικάρα. Πάνω εκεί που σκεφτόμουν τα περί επιτήρησης του Κλωντ, νάσου έσκασε μύτη και η Κλωντίν, η σύζυξ. Κοίτα, ρε φίλε μου, πλάκα: Κλωντ και Κλωντίν, σα ντουέτο σε βαριετέ μου ακούστηκε, αλλά δάγκωσα τα χείλια μου, για να μην γελάσω την ώρα των συστάσεων κι έδωσα το χεράκι ευγενικά στην κοντοκουρεμένη πενηντάρα με το γερακίσιο μάτι. Η αρχική μου έκπληξη για τον Κλωντ, συνεχίστηκε με τη σύζυγο που με προσπέρασε βιαστικά και έπιασε το Λιτσάκι από την πλάτη για να της δείξει το σπίτι και τον κήπο.
Εντάξει, δεν είμαι κανένα ψώνιο, αλλά ξέρω ότι μετράω. Και δε νομίζω να περνάω απαρατήρητος, άντρας ένα ενενήντα με μαύρα μάτια, ωραίο χαμόγελο κι όλα τα μαλλιά μου, παρόλο που έχω πατημένα τα τριάντα εννιά. Αλλά η πενηντάρα ούτε να με φτύσει. Aυτοί οι αριστοκράτες εμάς τους παρακατιανούς μας έβλεπαν κάπως. Εντάξει, μας πέταξαν ένα ψίχουλο ευγένειας με τις χαιρετούρες και μετά μπουχός. Αλλά όχι και να μας αρχίσουν στις γρήγορες από την πρώτη σχεδόν μέρα. Γιατί με το που ξημέρωσε ο Θεός το πρωί, την ώρα που πήγαμε με το Λιτσάκι ωραία και καλά στη βεράντα να πάρουμε το πρωινό μας και να βάλουμε στο πλεμόνι μας λίγο καθαρό αέρα του βουνού, νάσου η γκιόσα μ’ ένα στραβό χαμόγελο.
- Ξέρετε, έχω αυτόν τον ξενώνα εδώ και πέντε χρόνια. Επένδυσα πολλά χρήματα για να τον φτιάξω και ήδη το σπίτι κοστίζει το διπλάσιο από την τιμή που το αγόρασα. Ήταν βέβαια λάθος μου που δεν άφησα στο δωμάτιό σας τους κανονισμούς της διαμονής σας εδώ, αλλά ποτέ δεν είναι αργά. Κάπου εκεί μέσα λέει και για τις ώρες κοινής ησυχίας στο σπίτι μας. Μελετήστε αυτό το φυλλάδιο μετά το πρωινό σας και τα ξαναλέμε. Αυτά μας είπε η Κλωντίν με μισοξυνισμένο ύφος κι έκανε μεταβολή κι έφυγε.
Τώρα να πω ότι δεν τα πήρα στο κρανίο, θα ήταν μάλλον ψέματα. Το ίδιο και η Λίτσα που με κοίταξε με το γνωστό ύφος του «κρατάτε με, θα την σκίσω». Αλλά είπαμε να κάνουμε το βλάκα για να μην χαλάσουμε τη ζαχαρένια μας, με την πρώτη που ήρθαμε σε ξένο τόπο. Τελειώσαμε το πρωινό μας και πήραμε το κωλοφυλλάδιο μαζί με τη φωτογραφική μηχανή και τα μαγιό μας και την κάναμε για τα χαμηλά. Στη διαδρομή έφτιαξε η διάθεσή μας, όχι μόνο γιατί απολαμβάναμε τα μεσαιωνικά χωριά που συναντούσαμε, αλλά και γιατί η Λίτσα άρχισε να μου μεταφράζει τους «όρους για μια αγαστή συμβίωση στο σπίτι μας». Βρε αυτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ήθελε να κοιμόμαστε από τις δέκα, να μην κάνουμε μπάνιο μετά τις έντεκα το βράδυ, ως τις δέκα το βράδυ να κολυμπάμε και στην πισίνα, να στεγνώνουμε καλά μετά την πισίνα για να μην κάνουμε νερά στο σπίτι της, να μην τρώμε στο δωμάτιο, να μην καπνίζουμε παρά μόνο έξω και να μην κάνουμε χρήση του εσωτερικού του σπιτιού με εξαίρεση τον κήπο και την πισίνα.
-Εμ, λογικό να κάνει μούτρα η θεία, έτσι που φώναζες ρε Λιτσάκι χθες το βράδυ, είπα γελώντας. Τι νομίζεις; Η Κλωντίν είναι κύριος Επαμεινώνδας που στήνει αυτί κάθε βράδυ για ν’ ακούσει εσένα να αγκομαχάς; Να δεις σήμερα το βράδυ τι θα της κάνουμε. Όχι μόνο θ’ αγκομαχάς, αλλά θα φωνάζεις κιόλας. Να δούμε τι θα μας πει. Αν κάνει πάλι παρατήρηση, εγώ θα της πω ότι δεν γράφει πουθενά στο φυλλάδιο να μην ξεσκίζονται οι καλεσμένοι σας. Ω ρε γέλια που θα κάνουμε.
Πέρασε η μέρα με μπόλικες βόλτες σε Κάννες και Νίκαια, κάναμε και μπανάκι σε μια σχετικά ερημική παραλία και νωρίς το απόγευμα επιστρέψαμε. Δυο ώρες μετά, είχαμε το δεύτερο κρούσμα. Είπαμε να κάνουμε και μια βουτιά στην πισίνα πριν πάρουμε κάναν υπνάκο. Ήπιαμε μετά και τις βότκες μας και αφού κάναμε κεφάλι, ανεβήκαμε στο δωμάτιο. Θα είχε περάσει περίπου ένα μισάωρο και μας είχαν πιάσει οι ορέξεις στο κρεβάτι, όταν ακούσαμε ένα χτύπο στην πόρτα. Σκέπασα όπως όπως την Λίτσα, γιατί ο χτύπος γινόταν ολοένα και πιο επίμονος, φόρεσα ένα σορτσάκι και άνοιξα. Φυσικά στην πόρτα έστεκε η Κλωντίν με πιο ξινό ύφος από το πρωί και μου είπε στα γαλλοαγγλικά της ότι έπρεπε να διαβάσουμε προσεκτικά τις οδηγίες. Αν τις διαβάζαμε προσεκτικά, μου τόνισε σχεδόν δασκαλίστικα, δεν θα κάναμε τόσα νερά βγαίνοντας από την πισίνα, ούτε θα γεμίζαμε πατημασιές το σπίτι. Βέβαια, το χειρότερο ήταν ότι αφήσαμε ολόκληρες λίμνες στο διάδρομο, με αποτέλεσμα να γλιστρήσει η ίδια, με κίνδυνο να σπάσει το κεφάλι της. Εκείνη την ώρα, έτσι όπως είχα πιει κιόλας κι έβλεπα και τη Λίτσα λαχταριστή στο κρεβάτι, είπα να δώσω για δεύτερη φορά τόπο στην οργή. Σχεδόν έκλεισα την πόρτα στα πετρωμένα μούτρα της που είχαν σταθεί να κοιτάζουν την κουκουλωμένη Λίτσα, λέγοντας ότι δεν θα ξανασυμβεί και έτρεξα με γέλια στο κρεβάτι, πετώντας στον αέρα το σορτσάκι μου.
-Φαίνεται ότι ήρθε για την τρίτη και φαρμακερή παρατήρηση, είπε η Λίτσα με νόημα, σαν ακούστηκε ξανά ο χτύπος στην πόρτα, κάνα δίωρο μετά. Αλλά και συ δεν ήταν ανάγκη να ουριάζεις έτσι! Πάλι καλά που δεν ξέρουν ελληνικά, γιατί αλλιώς θα μας είχαν φωνάξει το Ηθών.
Αυτή τη φορά σηκώθηκα φουρτουνιασμένος, βάζοντας μπροστά το σεντόνι και αφήνοντας τη Λίτσα γυμνή. Ο έρημος ο Κλωντ κόντεψε να πάθει συγκοπή μπροστά στο θέαμα! Εμ, γυναικάρα η Λίτσα κι εγώ μαινόμενος ταύρος, αναμαλλιασμένος και σχεδόν γυμνός σαν κι εκείνη. Έμεινε να με κοιτάει για κάνα λεπτό και μετά, κομπιάζοντας, μας κάλεσε σε δείπνο μ’ ένα ακόμη ζευγάρι Άγγλων που είχαν μόλις φτάσει στον ξενώνα τους. Μέσα από τα δόντια του ζήτησε σχεδόν συγνώμη για την Κλωντίν που μερικές φορές το παρακάνει κι έκλεισε την πρόσκληση με μια ευχή να περάσουμε το υπόλοιπο των διακοπών μας ειρηνικά και αγαπημένα. Βέβαια αυτή η αναπάντεχη επίσκεψη μας άφησε και μας άφωνους. Μάλιστα η Λίτσα ήταν αρχικά αρνητική και είπε μισοαστεία μισοσοβαρά ότι η θεία μπορεί και να μας δηλητηρίαζε με την παέλα που είχε ετοιμάσει με δική της συνταγή για το αποψινό δείπνο. Αλλά κάτι η καλοκαιρινή μου διάθεση, κάτι η περιέργειά μου, την έπεισαν και νάσου βρεθήκαμε υπό το φως των κεριών να συζητάμε δίπλα στην πισίνα σα να μην έγινε τίποτε.
Γενικά δεν είμαι πουριτανός στο κρεβάτι. Έχω δοκιμάσει πολλά με πολλές και στα νιάτα μου υπήρξα ακόμη και πιο «κοινωνικός», αλλά αυτό έγινε άπαξ και μετά από πολλά σφηνάκια. Εντάξει, περισσότερο δικό μου ήταν το παιχνίδι με την τύπισσα που μετά ανακάλυψα ότι ήταν και γνωστή δημοσιογράφος. Με ψάρεψε με το συνοδό της στο μπαράκι, καλοστεκούμενη σαραντάρα αυτή εικοσιπεντάρης εγώ, πήγαμε στο κολωνακιώτικο σπίτι της και το κάναμε σαν τα σκυλιά. Ο άλλος ο έρημος έβλεπε και μετά κάτι πήγε να κάνει, μπροστά εγώ να κοιτάω κοκαλωμένος παρά το μεθύσι μου, αλλά τζίφος. Αυτή ήταν η εμπειρία μου από τις πιο ομαδικές απολαύσεις του σεξ και ποτέ δεν θέλησα να την επαναλάβω. Όσο για την Λίτσα, ήταν κορίτσι από σπίτι, παρότι έμοιαζε για ακόλαστη και αχόρταγη στο σεξ. Μόνο δυο τρεις σχέσεις είχε κάνει και παρόμοιοι πειραματισμοί της έφερναν αναγούλα και μόνο στη σκέψη. Άσε που πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και είχε και σταθερό πνευματικό.
Πάλι καλά που κάτι τέτοια δεν τα πιάνει εύκολα, γιατί εγώ είδα πού πήγαινε η βραδιά. Οι Άγγλοι είχαν πιει τα άντερά τους κι έκαναν ήδη το πρώτο τσιγαριλίκι, ο Κλωντ με κοιτούσε με λάγνο βλέμμα και δεν έλεγε κουβέντα και η Κλωντίν είχε πιάσει στο μπίρι μπίρι την Λίτσα με κολλημένα τα μάτια της στο ντεκολτέ της. Φαντάσου πόσο θα σκύλιασαν, λοιπόν, όταν πήρα αγκαζέ τη δικιά μου που είχε ψιλομεθύσει και ανεβήκαμε στο δωμάτιο, όπου κι έγινε της κολάσεως. Την επόμενη μέρα το πρωί είχα την εντύπωση, έτσι που είχε καθαρίσει το μυαλό μου για τα καλά, ότι κάποιος είχε στήσει αυτί έξω από την πόρτα μας. Πολλά από κείνο το βράδυ είναι θολά και σα να θυμάμαι κόσμο να πηγαινοέρχεται σχεδόν πάνω απ΄ το κεφάλι μου. Ίσως, βέβαια, να είναι και της φαντασίας μου, μετά απ’ όσα γίνανε. Θα μου πεις ήταν και οι Άγγλοι στο δείπνο, αλλά τι να έκανε ο Κλωντ τον εξηντάρη Φρανκ και η Κλωντίν την πατσαβούρα Λουίζ που είχε από καιρό πατήσει τα σαράντα κι ας το ’παιζε τζόβενο;
Μετά την αποτυχία του δείπνου, το ζεύγος άρχισε να δείχνει για τα καλά τα δόντια του. Και το κακό είναι ότι η μπάλα πήρε και τους Άγγλους. Το επόμενο πρωί μας ξαναέκαναν παρατήρηση για το θόρυβο αργά το βράδυ και τα νερά που ακούγονταν να τρέχουν. Αν και είχα αποφασίσει να αντιδράσω, σκέφτηκα ότι με τη σιωπή μου θα έσκαγαν περισσότερο. Έτσι κι αλλιώς είχαμε ένα γεμάτο πρόγραμμα και την κοπανήσαμε από νωρίς. Αλλά το βράδυ είχαν την τιμητική τους οι Άγγλοι. Φαίνεται ότι ο γερο-Φρανκ με τη Λουίζ του τα είχαν πιει και είχαν καπνίσει και μπόλικο χόρτο και ξέχασαν τον υπ’ αριθμόν ένα κανόνα για κατάκλιση στις δέκα, με αποτέλεσμα να παραμείνουν στην πισίνα ως τις τρεις τα χαράματα. Μάλιστα ήταν τόσο χώμα που δεν υπάκουσαν σε καμία από τις διαταγές της δεσμοφύλακος Κλωντίν και τελικά επέστρεψαν στο δωμάτιό τους όποτε γούσταραν οι ίδιοι.
Καταλαβαίνεις τώρα τι γλέντια ακολούθησαν τη βραδινή κραιπάλη. Αφού πρώτα περιέλαβε εμάς η γκιόσα, πριν προλάβουμε να φάμε μια μπουκιά, μας εξιστόρησε τα καθέκαστα πηγαίνοντας όλο νεύρο πάνω κάτω στη βεράντα. Σαν ήρθε και το ζεύγος των παραβατών, το σόου συνεχίστηκε με πιο γαργαλιστικές λεπτομέρειες που έφτασαν μέχρι την απειλή ότι, αν επαναλαμβανόταν το σκηνικό, θα καλούσε την Αστυνομία. Η Λουίζ κάτι πήγε να πει, αλλά την έκοψε ο πιο συνετός Φρανκ που ζήτησε συγνώμη για το συμβάν κι έβαλε την κεφάλα κάτω για το υπόλοιπο του μαρτυρικού πρωινού υπό το άγρυπνο βλέμμα της έξαλλης και ξαγρυπνισμένης Κλωντίν.
Από κείνο το πρωί και μετά, όμως, άρχισε ο κλεφτοπόλεμος νεύρων με τους Άγγλους, που αν και αουτσάϊντερ, αποδείχτηκαν γερό χαρτί. Βλέπεις, εμάς τους Έλληνες μας θεωρούν γενικά υπανάπτυκτους και βαλκάνιους και άρα ήταν λογικό να μην μπορούμε να υπακούσουμε στους πολιτισμένους κανόνες του πολιτισμένου σπιτιού τους. Αλλά οι Άγγλοι; Μπορεί να μην ήταν λόρδοι, αλλά ήταν πολίτες μιας χώρας που είχε ανακαλύψει μαζί με τους Γάλλους τους καλούς τρόπους. Και δεν ήταν μόνο το δίδυμο Κλωντ και Κλωντίν που μας έβλεπε έτσι. Το πρώτο και μοναδικό βράδυ που μιλήσαμε με τους Άγγλους, ούτε λίγο ούτε πολύ μας είπαν ότι καλώς οι ιδιοκτήτες είχαν θέσει κανόνες, γιατί εξάλλου το σπίτι ήταν δικό τους και μεις οφείλαμε, θέλοντας και μη, να τους σεβαστούμε. Και τα έλεγε αυτά ο Φρανκ που το επόμενο κιόλας βράδυ έστησε το πανηγύρι στην πισίνα μέχρι τα χαράματα!
Μπορώ να πω ότι αυτές οι διακοπές μου φάνηκαν τότε απολαυστικές όχι μόνο για τα νέα μέρη που είδαμε, αλλά και για το αγγλογαλλικό ματς που παιζόταν καθημερινά μπροστά στα μάτια μας. Εμείς, από βασικός επιθετικός, καθίσαμε στον πάγκο και περιμέναμε την παράταση για να μας θυμηθούν. Οι αιώνιοι αντίπαλοι, όμως, δίνανε ρέστα στο πεδίο της μάχης. Έβηχε ο Φράνκ όλο το βράδυ, γκρίνια η Κλωντίν αρχικά και μετά και ο Κλωντ που έβαλε στο παιχνίδι, το επόμενο πρωί. Μπαγιάτικα κρουασάν τους σέρβιρε η υπηρεσία της κυρίας στο πρωινό, γέμιζε την πισίνα με τα αντηλιακά που παστωνόταν η Λουίζ χωρίς να ξεπλυθεί πρώτα στο ντους. Έσπερνε ο Φρανκ τα αποτσίγαρά του στον κήπο, χρησιμοποιημένες πετσέτες που έζεχναν έβαζε η γκιόσα στο μπάνιο τους.
Αυτός ο ανταρτοπόλεμος κράτησε τρεις τέσσερις μέρες και ξαφνικά ήρθε η έκρηξη από μέρους της Κλωντίν, όταν πρωί πρωί ο Φρανκ αποφάσισε να δοκιμάσει τα γκάζια της μηχανής του που δήθεν δεν έπαιρνε μπρος. Φυσικά ειπώθηκαν πράγματα έξω από τα δόντια και η κυρία, λιγότερο ο κύριος, μίλησαν για αστυνομίες και τα ρέστα. Ο Φρανκ που δεν ήταν κανένα μαλθακό παιδαρέλι τύπου Κλωντ, άνοιξε το στοματάκι του και τους στόλισε, γιατί βλέπεις οι ορέξεις της Κλωντίν άγγιξαν και τη δικιά του που, αν και χρόνια χασικλού, ήταν κατά τα άλλα καλό κορίτσι και δεν έκανε τέτοια. Θα έρχονταν στα χέρια η Λουίζ με την αντρογυναίκα Κλωντίν, αν δεν έμπαινα εγώ στη μέση, λέγοντας ότι η αστυνομία που σίγουρα θα καλούσαν οι γείτονες, εύκολα θα έβρισκε τα χειροποίητα τσιγάρα τόσο στα πράγματα των Άγγλων όσο και στο σπίτι των Γάλλων μερακλήδων. Άπαντες το βούλωσαν με τη μια και οι μεν Άγγλοι την έκαναν με τη μηχανή τους, οι δε Γάλλοι χάθηκαν στα ενδότερα της πολυτελούς βίλας τους.
Από κει και πέρα δεν ξέρω τι έγινε. Εμείς φύγαμε την επόμενη μέρα το πρωί και με το ζόρι συναντήσαμε τον Κλωντ που ήρθε παραμάσχαλα μ’ ένα βιβλιαράκι, όπου οι επισκέπτες τους έγραφαν τα απομνημονεύματά τους στο εξοχικό στρατόπεδο συγκέντρωσης της Κλωντίν, υποθέτω με την απειλή περιστρόφου. Έγραψε και το Λιτσάκι δυο κουβέντες τυπικές, από φόβο, όπως έλεγε γελώντας αργότερα, μπας και βγει με κάνα μαστίγιο η Κλάους Μπάρμπι και μας αρχίσει στις βουρδουλιές. Εγώ, βέβαια, δεν συμφώνησα που καρφίτσωσε την επαγγελματική της κάρτα με τόσα τηλέφωνα και στοιχεία, αλλά μου είπε ότι είχε δει να το κάνουν όλοι οι προηγούμενοι.
Για το φονικό μάθαμε από τις εφημερίδες στην πατρίδα. Η γαλλική αστυνομία δεν μας κάλεσε ως βασικούς μάρτυρες, γιατί τα πτώματα βρεθήκανε δυο μέρες μετά την αναχώρησή μας. Ο ιατροδικαστής, έγραψαν οι εφημερίδες, διαπίστωσε ότι βρήκαν τραγικό θάνατο από ένα κοκτέιλ ψυχοφαρμάκων και ηρωίνης, ενώ στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι τους κάπνιζαν ακόμη μισοτελειωμένα δύο τσιγαριλίκια. Να σου πω την αλήθεια, δεν είχα τους Άγγλους για εξαρτημένα πρεζόνια. Εντάξει, καπνίζανε χόρτο όταν έρχονταν στα κέφια, αλλά τόσο ο Φρανκ όσο και η Λουίζ δεν είχαν αυτό το θολό, χλαπατσαδουριασμένο βλέμμα που έχουν οι χρόνια εξαρτημένοι από τα χημικά ναρκωτικά.
Γίνανε ανακρίσεις, αλλά το ζεύγος Κλωντ-Κλωντίν την έβγαλε καθαρή. Βέβαια, τους πήραν την άδεια του ξενώνα, γιατί ακούστηκαν και γι’ αυτούς οι ιστορίες με το χασίς δίπλα στην πισίνα, και άλλοι, ένοικοι παλιότερα, κατέθεσαν ότι οι καθωσπρέπει ιδιοκτήτες κάπνιζαν που και που, ειπώθηκαν αρκετά και για τον αυταρχικό χαρακτήρα της οικοδέσποινας, αλλά ως εκεί. Κανείς δεν συνέδεσε το φονικό με κάποιον αυτουργό. Στο τέλος, όλοι μιλούσαν για θάνατο από υπερβολική δόση. Αυτή ήταν η επίσημη εκδοχή της αστυνομίας και δη του διοικητή του τμήματος της πόλης όπου υπαγόταν η Τουρέτ, του κ. Βεσνάν που σύχναζε με τη σύζυγό του στο εξοχικό των Γάλλων, όπως μου κοκορευόταν σε κείνο το μοναδικό δείπνο η Κλωντίν. Όλα επανήλθαν στους κανονικούς τους ρυθμούς στο ειδυλλιακό μεσαιωνικό χωριό, στολίδι της περιοχής και από τα ωραιότερα της Γαλλίας. Κι έμεινα μόνο εγώ να μιλάω για περίεργους θανάτους και φονικό, για πληρωμένες μαρτυρίες κι ένοχη σιωπή όλων των ενεχόμενων για να μην δυσφημιστεί ο τόπος. Ποιος να με πίστευε αν τους έλεγα ότι τζάμπα πήγαν οι άνθρωποι, για ένα τερτίπι, μια παραξενιά του γαλλικού σαβουάρ-βίβρ απέναντι στο φλέγμα των εγγλέζων; Πώς ν’ αποδείκνυα ότι η γκιόσα τους έφαγε, άγνωστο πώς, ίσως βάζοντας τα δηλητήρια στο χυμό λεμονιού που είχαν στο κοινόχρηστο ψυγείο οι Άγγλοι για ν΄ αραιώνουν τη βότκα τους; Και πώς να έπειθα κανέναν με την κατοπινή μου βεβαιότητα ότι οι θάνατοι αυτοί απελευθέρωσαν κάποιες άλλες ζωές που μούχλιαζαν χρόνια στο λουσάτο σπιτικό τους;
Μετά από δύο χρόνια που ξαναβρέθηκα στην περιοχή, η υπόθεση είχε ξεχαστεί. Ρώτησα έναν ντόπιο για το τι απόγιναν οι παλιοί μου οικοδεσπότες. Δεν θα μου μιλούσε ανοιχτά, αν δεν σύχναζα για μέρες στο μαγαζί του αγοράζοντας καπνό κι αμέτρητα μπουκάλια κρασί. Μου είπε ότι λίγους μήνες μετά το συμβάν με τους Άγγλους πούλησαν τον ξενώνα. Μια κοινή γνωστή τους έμαθε ότι το ζεύγος χώρισε με συνοπτικές διαδικασίες. Κι ένας άλλος από το χωριό είδε τον Κλωντ να περπατάει χεράκι-χεράκι με ένα νεαρό κάπου στην Σίτγιες, τρελό χωριό-δορυφόρο της Βαρκελώνης όπου έβρισκαν στέγη οι γλεντζέδες ομοφυλόφιλοι. Σκέφτομαι τώρα πια ότι ξέγνοιαστος θάταν σίγουρα κι αλαφρωμένος αυτός ο δόλιος, ακόμη κι αν χρειάστηκε να το κερδίσει κι αυτό με εκβιασμούς, όχι για τα λεφτά, όσο για την ελευθερία του με τίμημα βαρύ, ένα φονικό που έπρεπε να ξεχάσει, για να προστατέψει τη μητέρα των παιδιών του αλλά και τη δική του πολύπαθη ανεξαρτησία. Όσο για το πρώην έτερο ήμισυ, την καπάτσα Κλωντίν, κανείς δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε. Κανείς, βέβαια, εκτός από την Λίτσα μου, ή μάλλον την πρώην Λίτσα μου.
Εδώ κολλάει και το δικό μου δράμα. Γιατί τζίφος η Λίτσα λίγους μήνες μετά το ταξίδι μας. Κρυμμένος θησαυρός μου το έπαιζε και δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Και καλά στα σεξουαλικά τα πηγαίναμε και δώρα της έκανα και ξαφνικά ταξιδάκια πηγαίναμε και είχα πάρει και κείνο το μονόπετρο για να κάνω την πρόταση, μιας κι αποφάσισα επιτέλους να κατασταλάξω κι εγώ. Και είπαμε, είμαι άντρας που μετράω, γαμώτο, κι όχι κάνα χάπατο. Και ακριβό αμάξι διαθέτω και μπέσα έχω και καλό όνομα στην πιάτσα. Την σεβάστηκα την Λίτσα και δεν της πούλησα φούμαρα κι αυτή εξαφανίστηκε.
Μόνο μια πρώην συνάδελφός της μου είπε κάτι που για πρώτη φορά με ταρακούνησε. Την πήρε τηλέφωνο, λέει, από Γαλλία, από Παρίσι μεριά και της ζήτησε κάτι εκκαθαριστικά μισθοδοσίας για ν’ ανοίξει, λέει, δική της επιχείρηση. Η Λίτσα δική της επιχείρηση; Από πού κι ως πού; Άλλα στοιχεία δεν μπόρεσα να βρω και δεν θέλω να φαίνεται ότι παρακαλάω. Όχι εγώ, που έτσι να κάνω, χίλιες θα έρθουν γονατιστές. Βέβαια, γι’ αυτό κι έκανα το ταξιδάκι μου πίσω στα μέρη τα παλιά κι έμαθα και τα καθέκαστα. Αλλά δεν μπόρεσα να βγάλω άκρη, μέχρι που άκουσα και κάτι άλλο, ρε φίλε, που με έστειλε. Αυτό το τελευταίο το άκουσα αυτές τις μέρες. Είδε, λέει, ένα φιλικό ζευγάρι στο ταξίδι του μέλιτος σε ένα μακρινό, εξωτικό μέρος τη Λίτσα αγκαλιά με μια τύπισσα με κοντό μαλλί και γερακίσιο βλέμμα. Η Λίτσα μου αγκαλιά με την γκιόσα. Η πρώην Λίτσα μου.

buzz it!